Η επιστροφή στα θρανία σηματοδοτεί κάθε χρόνο μια νέα αρχή για παιδιά και οικογένειες. Μαζί με τον ενθουσιασμό για τη νέα σχολική χρονιά, όμως, έρχονται αλλαγές, νέες απαιτήσεις και συναισθήματα που δεν είναι πάντα εύκολο να διαχειριστούν οι μαθητές.

Η προσαρμογή σε μια καινούργια τάξη, οι σχέσεις με συμμαθητές και εκπαιδευτικούς, το καθημερινό πρόγραμμα αλλά και η πίεση για καλή επίδοση μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την ψυχολογία ενός παιδιού. Σε αυτή την περίοδο, η στάση των γονέων και η σωστή συναισθηματική υποστήριξη παίζουν καθοριστικό ρόλο.

Με αφορμή την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, το patrasevents.gr συνομίλησε με τον κλινικό ψυχολόγο Αντώνιο Καλέντζη, αναζητώντας χρήσιμες απαντήσεις και πρακτικές κατευθύνσεις για τις ανάγκες των μαθητών, τις δυσκολίες που μπορεί να εμφανιστούν και τους τρόπους με τους οποίους οι γονείς μπορούν να τους βοηθήσουν να ξεκινήσουν τη χρονιά με μεγαλύτερη ασφάλεια και αυτοπεποίθηση.


Ποια είναι τα πιο συνηθισμένα συναισθήματα που βιώνουν τα παιδιά λίγο πριν από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς;


Θα ξεκινήσω από κάτι που στην κλινική πράξη το βλέπω να παρανοείται συστηματικά. Τα παιδιά κάτω από τα επτά ή οκτώ δεν διαθέτουν ακόμη λεξιλόγιο για τις εσωτερικές τους καταστάσεις. Δεν λένε αγχώνομαι, λένε πονάει η κοιλιά μου, και το λένε με απόλυτη ειλικρίνεια. Ο πόνος είναι αληθινός, η αιτία του απλώς δεν βρίσκεται εκεί που δείχνει το χέρι τους. Όταν δεν το γνωρίζουμε αυτό, μπαίνουμε σε κύκλους εξετάσεων και παιδιάτρων, ενώ το παιδί μάς μιλάει ήδη καθαρά, με τη μόνη γλώσσα που διαθέτει.

Το δεύτερο που συναντώ είναι η αμφιθυμία, και είναι σημαντικό γιατί μας παραπλανά. Το ίδιο παιδί θέλει και δεν θέλει, ταυτόχρονα, με την ίδια ένταση. Θέλει τους φίλους του και φοβάται την τάξη, θέλει να μεγαλώσει και πενθεί τον εαυτό του όπως ήταν τον Ιούλιο. Όταν το πιέζουμε να διαλέξει ποιο από τα δύο ισχύει, δεν λύνουμε τη σύγκρουση, την εντείνουμε.

Στους εφήβους, ιδίως σε όσους αλλάζουν βαθμίδα, το άγχος αλλάζει περιεχόμενο και γίνεται κοινωνικό. Και εδώ αξίζει μια διευκρίνιση. Αυτό που δυσκολεύει δεν είναι ότι το παιδί ξαφνικά αδυνατεί, είναι ότι το περιβάλλον γίνεται πιο ελεγκτικό και πιο ανταγωνιστικό ακριβώς τη στιγμή που η αναπτυξιακή του ανάγκη ζητά περισσότερη αυτονομία. Η δυσκολία γεννιέται στην αναντιστοιχία, όχι μέσα στο παιδί.

Πότε το άγχος για την επιστροφή στο σχολείο θεωρείται φυσιολογικό και πότε θα πρέπει να προβληματίσει τους γονείς;


Το φυσιολογικό άγχος έχει καμπύλη. Ανεβαίνει πριν, κορυφώνεται στην πρώτη εβδομάδα και ύστερα κατεβαίνει μόνο του, καθώς το άγνωστο γίνεται προβλέψιμο. Το παιδί παραπονιέται αλλά πηγαίνει, ανησυχεί αλλά παρηγορείται. Όταν έναν μήνα μετά η καμπύλη ανεβαίνει αντί να πέφτει, εκεί αλλάζει η συζήτηση.

Χρήσιμο είναι επίσης ένα κριτήριο που δίνω πάντα στους γονείς, το τεστ του Σαββατοκύριακου. Σωματικά συμπτώματα που εμφανίζονται με ακρίβεια ρολογιού τις σχολικές μέρες και εξαφανίζονται τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες δεν είναι προσποίηση, είναι όμως σαφής ένδειξη ότι η αιτία είναι συναισθηματική και όχι οργανική.

Θέλω όμως να προσθέσω κάτι πιο ουσιαστικό, γιατί αλλάζει εντελώς τον τρόπο που παρεμβαίνουμε. Οι Kearney και Silverman πρότειναν, ήδη από το 1990, να σταματήσουμε να ρωτάμε πόσο φοβάται ένα παιδί και να ρωτάμε τι εξυπηρετεί η άρνησή του. Περιέγραψαν τέσσερις λειτουργίες. Άλλα παιδιά αποφεύγουν ερεθίσματα του σχολείου που τους προκαλούν δυσφορία, άλλα δραπετεύουν από κοινωνικές ή αξιολογικές καταστάσεις όπως η προφορική εξέταση, άλλα αναζητούν την προσοχή σημαντικών προσώπων, συνήθως των γονιών, και άλλα κερδίζουν κάτι απτό έξω από το σχολείο, μια οθόνη, μια ελευθερία. Τα δύο πρώτα συντηρούνται από αρνητική ενίσχυση, τα δύο τελευταία από θετική. Είναι τέσσερα διαφορετικά προβλήματα που μοιάζουν ίδια στην πόρτα του σπιτιού και ζητούν τέσσερις διαφορετικές παρεμβάσεις.

Μια τελευταία διάκριση που χάνεται συνεχώς στον δημόσιο λόγο. Η σχολική άρνηση δεν είναι σκασιαρχείο. Το παιδί που αρνείται μένει σπίτι, εν γνώσει των γονιών, σε εμφανή δυσφορία, και συνήθως θέλει να πάει και δεν μπορεί. Το παιδί που κάνει σκασιαρχείο το κρύβει και δεν υποφέρει. Η σύγχυση των δύο οδηγεί σε τιμωρία εκεί όπου χρειαζόταν βοήθεια.

Πώς μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν ένα παιδί να προσαρμοστεί πιο ομαλά στη νέα σχολική καθημερινότητα;


Υπάρχει μια διάκριση εδώ που θεωρώ πιο σημαντική από κάθε πρακτική συμβουλή. Είναι η διαφορά ανάμεσα στην καθησύχαση και στην εμπιστοσύνη.

Η καθησύχαση λέει δεν θα συμβεί τίποτα κακό. Είναι μια υπόσχεση για τον κόσμο, την οποία δεν ελέγχουμε, και γι' αυτό ακριβώς δεν κρατάει. Το παιδί θα ξαναρωτήσει σε δέκα λεπτά, γιατί η ανακούφιση που πήρε ήταν στιγμιαία και η ανάγκη ενισχύθηκε. Η εμπιστοσύνη λέει κάτι άλλο, ξέρω ότι θα δυσκολευτείς και ξέρω ότι θα το αντέξεις. Είναι δήλωση για το παιδί, όχι για τον κόσμο, και είναι η μόνη από τις δύο που χτίζει αυτεπάρκεια.

Βοηθάει επίσης, και δεν είναι κοινοτοπία, να ονομάζουμε το συναίσθημα. Η ομάδα του Lieberman έδειξε το 2007 ότι η απλή πράξη του να δίνει κανείς όνομα σε ένα συναίσθημα μειώνει τη δραστηριότητα της αμυγδαλής και ενεργοποιεί προμετωπιαίες περιοχές. Όταν λέμε στο παιδί βλέπω ότι αγχώνεσαι, δεν του κάνουμε φιλοφρόνηση, του δανείζουμε μια λέξη που λειτουργεί σαν φρένο.

Στα πρακτικά, η λογική είναι η ίδια με κάθε σταδιακή έκθεση. Ο ύπνος επιστρέφει λίγα λεπτά νωρίτερα κάθε βράδυ, όχι απότομα την παραμονή. Η διαδρομή και ο χώρος γίνονται οικεία πριν γίνουν υποχρεωτικά. Και ένα γνώριμο πρόσωπο μέσα στην τάξη αξίζει περισσότερο από δέκα ενθαρρυντικές κουβέντες, γι' αυτό μια συνάντηση με συμμαθητή πριν από την πρώτη μέρα κάνει μεγαλύτερη διαφορά απ' όση φανταζόμαστε.


Πώς πρέπει να αντιδράσει ένας γονέας αν αντιληφθεί ότι το παιδί του φοβάται την απόρριψη, τον σχολικό εκφοβισμό ή τη συμπεριφορά άλλων μαθητών;


Πρώτα, να μη βιαστεί να λύσει. Το επείγον δεν είναι η λύση, είναι η απόδοση. Ένα παιδί που απορρίπτεται βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι ερμηνείας, ανάμεσα στο μου συμβαίνει κάτι και στο κάτι είναι λάθος με εμένα. Η δεύτερη ερμηνεία, η εσωτερική και σταθερή και καθολική, είναι εκείνη που μετατρέπει ένα επεισόδιο σε ταυτότητα. Η δουλειά μας τις πρώτες μέρες είναι να κρατήσουμε την ερμηνεία ανοιχτή.

Δεύτερον, χρειάζεται διάκριση. Ο εκφοβισμός έχει τρία χαρακτηριστικά: επαναλαμβάνεται, στηρίζεται σε ανισορροπία δύναμης και έχει πρόθεση. Ένας καβγάς στο διάλειμμα δεν πληροί κανένα από τα τρία. Η διάκριση δεν είναι ακαδημαϊκή, ορίζει αν θα μιλήσουμε στα παιδιά ή στο σύστημα.

Και επειδή ακούγεται συχνά ότι η απόρριψη είναι κάτι που περνάει, αξίζει να ειπωθεί ότι η έρευνα δεν τη θεωρεί ασήμαντη. Η μελέτη των Eisenberger, Lieberman και Williams στο Science το 2003 έδειξε ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός ενεργοποιεί περιοχές που σχετίζονται με τη δυσφορία του σωματικού πόνου, με τη σημείωση ότι η ερμηνεία περί κοινών κυκλωμάτων έχει έκτοτε αμφισβητηθεί από μεταναλύσεις. Ακόμη και υπό αυτή την επιφύλαξη, το κλινικό συμπέρασμα μένει: το παιδί δεν υπερβάλλει.

Πρακτικά, ο δρόμος περνά από το σχολείο, ήρεμα και γραπτά, με αίτημα για συγκεκριμένο σχέδιο και συγκεκριμένη ημερομηνία επανεξέτασης, ποτέ με απευθείας αντιπαράθεση με την άλλη οικογένεια. Και μια παρατήρηση από την εμπειρία μου στις σχολικές παρεμβάσεις. Η αλλαγή σπανίως έρχεται από τη σχέση θύτη και θύματος, έρχεται από την ομάδα που παρακολουθεί σιωπηλά και που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, νομίζει ότι δεν παίζει ρόλο.

Τέλος, το παιδί πρέπει να ξέρει τι πρόκειται να κάνουμε. Όταν ενεργούμε πίσω από την πλάτη του, έστω από αγάπη, χάνει τον έλεγχο για δεύτερη φορά.

Ποια είναι τα συχνότερα λάθη που κάνουν οι γονείς, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν το παιδί στην αρχή της σχολικής χρονιάς;


Θα σταθώ σε ένα, γιατί έχει και όνομα και ισχυρή τεκμηρίωση. Λέγεται οικογενειακή διευκόλυνση, family accommodation, και περιγράφει όλες τις μικρές αλλαγές που κάνουμε στη ζωή μας για να ανακουφίσουμε το άγχος του παιδιού. Απαντάμε στην ίδια ερώτηση για δέκατη φορά, μιλάμε εμείς αντί για εκείνο, κοιμόμαστε δίπλα του, το κρατάμε σπίτι όταν πονάει η κοιλιά. Κάθε τέτοια κίνηση γεννιέται από αγάπη και ανακουφίζει πραγματικά, για λίγα λεπτά. Και ακριβώς επειδή ανακουφίζει, διδάσκει στο παιδί ότι δεν θα άντεχε χωρίς εμάς.

Η εντυπωσιακότερη επιβεβαίωση ήρθε από τη μελέτη του Lebowitz και των συνεργατών του στο Yale, που δημοσιεύτηκε το 2020. Σε τυχαιοποιημένη δοκιμή με εκατόν είκοσι τέσσερα παιδιά με αγχώδεις διαταραχές, η θεραπεία που απευθυνόταν αποκλειστικά στους γονείς, με στόχο τη μείωση αυτής της διευκόλυνσης, δεν υστέρησε έναντι της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας στα ίδια τα παιδιά. Δηλαδή, σε αρκετές περιπτώσεις, αλλάζοντας τι κάνουν οι γονείς πετυχαίνουμε ό,τι και δουλεύοντας με το παιδί.

Τα υπόλοιπα λάθη είναι πιο γνωστά. Η υπερβολική καθησύχαση, που στην ουσία λέει στο παιδί ότι το συναίσθημά του είναι λάθος. Το δικό μας άγχος που ταξιδεύει χωρίς διαβατήριο, όταν προετοιμάζουμε επί εβδομάδες και ελέγχουμε και ξαναελέγχουμε. Η ανάκριση της επιστροφής, τι έκανες, ποιον έκανες φίλο, όλα στα πρώτα πέντε λεπτά, τη στιγμή που τα παιδιά μιλούν πλάγια, στο αυτοκίνητο, στην κουζίνα, όταν τα χέρια τους κάνουν κάτι άλλο. Και η κουβέντα για βαθμούς από την πρώτη κιόλας εβδομάδα, που μετατρέπει μια μετάβαση σε αξιολόγηση.

Ποια θα ήταν η βασικότερη συμβουλή σας προς τις οικογένειες για μια πιο ήρεμη και θετική έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς;


Θα την πω μέσα από ένα πείραμα που το θεωρώ από τα ωραιότερα της αναπτυξιακής ψυχολογίας. Το 1985, οι Sorce, Emde, Campos και Klinnert τοποθέτησαν βρέφη ενός έτους μπροστά σε μια οπτική απόκρημνη επιφάνεια, ρυθμισμένη σε ύψος αμφίσημο, ούτε ασφαλές ούτε προφανώς επικίνδυνο. Τα βρέφη έκαναν κάτι εντυπωσιακό. Σταματούσαν και κοίταζαν το πρόσωπο της μητέρας. Όταν εκείνη έδειχνε χαρά ή ενδιαφέρον, τα περισσότερα προχωρούσαν. Όταν έδειχνε φόβο, σχεδόν κανένα δεν διέσχιζε.

Αυτό ονομάζεται κοινωνική αναφορά, και δεν σταματά στη βρεφική ηλικία. Απλώς γίνεται πιο διακριτικό. Κάθε Σεπτέμβριο, στην πόρτα κάθε σχολείου, εκατοντάδες παιδιά στέκονται μπροστά σε μια αμφίσημη κατάσταση και, πριν αποφασίσουν αν είναι επικίνδυνη, κοιτάζουν το πρόσωπό μας.

Η συμβουλή μου, λοιπόν, δεν αφορά τι θα πούμε στο παιδί. Αφορά τι θα δει πάνω μας τη στιγμή που θα μας κοιτάξει. Η ηρεμία δεν διδάσκεται, μεταδίδεται, και τα παιδιά τη δανείζονται από εμάς πολύ πριν μάθουν να την παράγουν μόνα τους.

Και μια τελευταία σκέψη. Στις πρώτες εβδομάδες, ζητούμενο δεν είναι η επίδοση, είναι η ασφάλεια. Ένα παιδί που νιώθει ασφαλές θα μάθει. Ένα παιδί που νιώθει ότι κρίνεται, θα ξοδέψει όλη του την ενέργεια στο να αμύνεται.

Η χρονιά δεν χρειάζεται να ξεκινήσει τέλεια. Χρειάζεται να ξεκινήσει ήρεμα, με το παιδί να ξέρει πως, ό,τι κι αν συναντήσει εκεί έξω, υπάρχει στο σπίτι κάποιος που δεν πανικοβάλλεται.