Κοιτάζω τις φωτογραφίες μας στα social media....

Όλοι χαμογελαστοί. Φίλτρα, φως, καφέδες στο χέρι, στιγμές «ευτυχίας». Κι ύστερα κοιτάζω πίσω από τα pixel. Εκεί που κρύβεται η πιο κουρασμένη, η πιο αδικημένη γενιά της σύγχρονης Ελλάδας.

Μεγαλώσαμε με την υπόσχεση ότι «αν σπουδάσεις, θα πετύχεις». Και αντί για πτυχία με αντίκρισμα, πήραμε ένα πτυχίο στην επιβίωση. Μας βρήκε η ενηλικίωση αγκαλιά με την ανέχεια. Μας βρήκαν τα 20 και τα 30 μας χρόνια να μετράμε τα ψιλά για το σούπερ μάρκετ, να κοιτάμε τα ενοίκια-φωτιά και να ξέρουμε, βαθιά μέσα μας, πως ένα δικό μας σπίτι μοιάζει πια με σενάριο επιστημονικής φαντασίας.
Γίναμε η γενιά των «νέων μεταναστών». Χιλιάδες από εμάς μαζέψαμε τη ζωή μας σε μια βαλίτσα και φύγαμε. Όχι από επιλογή. Από ανάγκη. Γιατί το παρόν εδώ είναι κακό και το μέλλον μοιάζει πιο δυσοίωνο από ποτέ.

Οι Έλληνες ηλικίας 20-64 που αναγκάστηκαν να ζουν στην Ευρώπη άγγιξαν το ιστορικό υψηλό των 386.100 ανθρώπων. Μόνο μέσα σε ένα έτος, 30.300 ακόμα από εμάς μάζεψαν τη ζωή τους σε μια βαλίτσα και έφυγαν. Όχι από επιλογή. Από ανάγκη. Γιατί το παρόν εδώ είναι κακό και το μέλλον μοιάζει πιο δυσοίωνο από ποτέ.

Όμως, το πιο θλιβερό δεν είναι η άδεια τσέπη. Είναι η ψυχολογική πίεση. Αυτός ο βουβός, καθημερινός πόλεμος με το άγχος. Αυτό το «πρέπει να τα καταφέρω» που μας πνίγει κάθε βράδυ πριν κοιμηθούμε.
Και ξέρετε τι κάνουμε; Χαμογελάμε. Φοράμε το πιο λαμπερό μας χαμόγελο για να κρύψουμε τη φθορά. Μόνο που αυτό το χαμόγελο, χρόνο με τον χρόνο, σπάει. Και σπάει κυριολεκτικά. Γιατί φτάσαμε στο σημείο, μέσα στην «ευρωπαϊκή» Ελλάδα του σήμερα, η επίσκεψη στον οδοντίατρο να θεωρείται πολυτέλεια. Φτάσαμε να μην μπορούμε να προστατέψουμε ούτε τα ίδια μας τα δόντια, γιατί η υγεία κοστολογείται ακριβότερα από όσο αντέχει η αξιοπρέπειά μας.

Κάτω από κάθε «τέλεια» φωτογραφία μας, κρύβεται μια γενιά που αιμορραγεί σιωπηλά. Που κουράστηκε να ελπίζει και να περιμένει.

Πόσο ακόμα θα κρύβουμε την αλήθεια πίσω από ένα φίλτρο;