Διαφθορά! Μία λέξη της οποίας το άκουσμα θα έπρεπε να προκαλεί οργή και αγανάκτηση σε κάθε ευσυνείδητο άνθρωπο. Κι όμως, στη σημερινή εποχή έχει φθάσει να αντιμετωπίζεται σαν κάτι φυσικό, όπως λέμε ότι ανέβηκε ο πυρετός. Αυτό είναι συνειδητή μεθόδευση από το πολιτικό σύστημα· η τεχνοκρατική ιδεολογία δεν δέχεται ότι οι πράξεις έχουν ηθικό υπόβαθρο, αλλά τις θεωρεί απλώς δυσλειτουργίες ενός συστήματος που πρέπει να διορθωθούν. Δεν είναι τυχαίες εκφράσεις όπως «χρόνιες παθογένειες» ή ότι το ζήτημα θα αντιμετωπισθεί με «νομοθετικές παρεμβάσεις» και «μεταρρυθμίσεις». Πέρα από τη συγκάλυψη των ευθυνών, στο λεξιλόγιο αυτό υποκρύπτεται και η μηχανιστική αντίληψη για τον άνθρωπο και την κοινωνία.
Με τη διάγνωση του ζητήματος της διαφθοράς όπως προαναφέρθηκε, αντίστοιχη είναι και η προτεινόμενη λύση. Δεν θεραπεύεται η εσωτερική διαφθορά του ανθρώπου μέσα στο υλιστικό και ηδονοθηρικό πλαίσιο της σύγχρονης κοινωνίας. Ο άνθρωπος δεν θεωρείται η δύναμη που θα εξυγιάνει το σύστημα, αλλά ένα σφάλμα της λειτουργίας του. Γι’ αυτό, οι προτεινόμενες λύσεις κινούνται στον άξονα της απομείωσης του ρόλου του ανθρώπινου παράγοντα και της τυφλής εμπιστοσύνης σε απρόσωπα συστήματα. Ακούμε τους κυβερνώντες να καυχώνται ότι έθεσαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ υπό την ευθύνη της ΑΑΔΕ. Μας λένε επίσης ότι η ΑΑΔΕ λειτουργεί με τεχνητή νοημοσύνη και ανιχνεύει ηλεκτρονικά τους παραβάτες. Οι κάμερες στους δρόμους θα αποδίδουν αυτόματα κλήσεις. Για την προμήθεια αλκοόλ ή καπνού, θα απαιτείται συνεχής απόδειξη μη ανηλικότητας, όπως και στα κοινωνικά δίκτυα. Θεωρητικά, φαίνεται να υπάρχει μια «τέλεια λύση» ώστε να μην υπάρχουν κενά στο σύστημα. Είναι όμως πράγματι αθώες αυτές οι εξαγγελίες;
Οι προτεινόμενες λύσεις έχουν δύο βασικά μειονεκτήματα. Πρώτον, αφαιρούν από τον πολίτη την αίσθηση ευθύνης για τα δημόσια πράγματα. Ο άνθρωπος δεν είναι πλέον συνδημιουργός της κοινωνίας, αλλά λειτουργεί μέσα σε ένα αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο που έθεσαν άλλοι «για το καλό του». Έτσι, χάνει την ελευθερία του ως κοινωνικό ον. Δεύτερον, και πιο σοβαρό, η ρύθμιση του δημοσίου βίου ανατίθεται πλήρως σε θεσμούς και συστήματα που ο πολίτης δεν μπορεί να ελέγξει ή να αμφισβητήσει. Η ΑΑΔΕ, για παράδειγμα, ελέγχει τα κρατικά έσοδα και τελεί υπό επιρροή δανειστών. Η τεχνητή νοημοσύνη που χρησιμοποιείται για τον εντοπισμό παραβάσεων δεν είναι ελέγξιμη ως προς τη λειτουργία της. Επομένως, τίθεται το ερώτημα: μπορεί ένα πολιτικό σύστημα που βασίζεται στη διαφθορά να δημιουργήσει μηχανισμούς που θα στραφούν εναντίον του;
Μήπως τελικά οι μηχανισμοί αυτοί σχεδιάζονται ώστε να προστατεύουν τα υψηλά κλιμάκια, αφήνοντας εκτός ελέγχου τη μεγάλη διαφθορά και περιορίζοντας μόνο τα χαμηλότερα επίπεδα, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση εξυγίανσης; Το ερώτημα είναι ρητορικό.
Σε βάθος περίπου πέντε δεκαετιών, το πολιτικό σύστημα έχει διαμορφώσει έναν πολίτη που αποφεύγει την ευθύνη, απομακρύνεται από τις αξίες της ελληνικής παράδοσης και εστιάζει κυρίως στην κατανάλωση και την απόλαυση. Με αυτόν τον αλλοτριωμένο πολίτη ως βάση, εδραιώνει τη δύναμή του μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Τα ψηφιακά μέσα λειτουργούν ως μέσο ελέγχου, αποτρέποντας κάθε προσπάθεια ανατροπής από υγιείς κοινωνικές δυνάμεις.
Το τελικό ερώτημα είναι αν οι Έλληνες θα αποδεχθούν παθητικά αυτή τη μετάβαση ή αν θα αντιδράσουν απέναντι σε μια ενδεχόμενη δυστοπική πραγματικότητα.
Δείτε επίσης
