Το 1982, όταν το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών (Φόρεϊν Όφις) γιόρτασε τα 200χρονά του, καλεσμένο ως κύριο ομιλητή στο Βασιλικό Ινστιτούτο για Διεθνή θέματα (Royal Institute for International Affairs), στο Chatham House στο Λονδίνο, είχε τον Δρα Χένρι Κίσινγκερ . Η ομιλία του είχε τίτλο:

« Στοχασμοί για μια εταιρική σχέση: Βρετανικές και αμερικανικές στάσεις στη μεταπολεμική εξωτερική πολιτική ». (Συλλογισμοί περί συνεταιρισμού: Βρετανική και αμερικανική στάση για τη μεταπολεμική εξωτερική πολιτική).

Η μακροσκελής ομιλία του Δρος Χένρι Κίσινγκερ στις 10 Μαΐου 1982 ήταν πολύ αποκαλυπτική για τον ρόλο που διαδραμάτισε ο ίδιος ως Υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, ακολουθώντας τη βρετανική πολιτική. Το περιεχόμενο της ομιλίας εκείνης, πιστεύεται πως βοηθά στο να εξηγηθεί και να επιβεβαιωθεί ότι μόνο ήταν ο Κίσινγκερ που ακολούθησε τη βρετανική πολιτική έναντι και του Κυπριακού το 1974 και όχι αντιστρόφως . Όπως κάποιοι από το 1974 μέχρι σήμερα ακόμα προσπαθούν με διάφορους τρόπους, και πλαστά κουρελόχαρτα στη Βουλή, να διατηρήσουν λανθασμένη εικόνα.

Τα βρετανικά και αμερικανικά έγγραφα φανέρωσαν πολλά ότι ήταν ο Κίσινγκερ που ακολούθησε τους Βρετανούς. Η «εγγυήτρια» Βρετανία που επέτρεψε αμφότερες τις τουρκικές εισβολές με πρωταγωνιστή τον διαβόητο James Callaghan…

Ο Δρ Κίσινγκερ στην ομιλία του εξήγησε την ανωτερότητα της εξωτερικής πολιτικής, και ότι αυτή είχε αποφασιστική επιρροή πάνω στην αμερικανική τα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο , τις δεκαετίες του 1940 και 1950, όταν οι δύο χώρες ανταποκρίθηκαν μαζί στις γεωπολιτικές προκλήσεις της Σοβιετικής Ένωσης και ηγήθηκαν της δημιουργίας των πυλώνων της Δυτικής συνεργασίας…

Είπε ο Κίσινγκερ:

«Η ιστορία της μεταπολεμικής μας πορείας είναι γεμάτη από αγγλοαμερικανικές ''διευθετήσεις'' και ''κατανοήσεις'', κάποτε πάνω σε κρίσιμα θέματα, που δεν εισήλθαν σε επίσημα έγγραφα. Η στάση των Β-29 (βομβαρδιστικών με ατομικές) στη Βρετανία το 1948 συμφωνήθηκε μεταξύ πολιτικών και υπηρεσιακών ηγεσιών, αλλά δεν μπήκε τίποτα γραπτώς. Μόνο γενικές αρχές καταγράφηκαν στη συμφωνία Winston Churchill –Franklin Roosevelt το 1942 για τη συνεργασία στην παραγωγή της ατομικής βόμβας. Μετά τον θάνατο του Roosevelt, ο Clement Attlee (Βρετανός Εργατικός Πρωθυπουργός 1945-1951), είπε με θαυμάσια αυτοσυγκράτηση: ''Ήμασταν σύμμαχοι και φίλοι. Δεν χρειαζόταν να δένουμε τα πάντα''.

»Οι Βρετανοί ουσιαστικά ήταν τόσο βοηθητικοί που έγιναν μέτοχοι σε αμερικανικές εσωτερικές αποφάσεις, σε σημείο που ποτέ δεν συνέβη μεταξύ κυριάρχων κρατών. Κατά την περίοδο της δικής μου υπηρεσίας (στην αμερικανική Κυβέρνηση) οι Βρετανοί έπαιξαν σημαντικό ρόλο για κάποιες αμερικανικές διαπραγματεύσεις με τη Σοβιετική Ένωση - στην πραγματικότητα βοήθησαν στη συγγραφή του εγγράφου - κλειδί. Κατά τη δική μου θητεία, κρατούσα το βρετανικό Φόρεϊν Όφις πολύ καλύτερα ενημερωμένο και πιο στενά αναμειμένο παρά το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ - μια πρακτική, που με όλη την αγάπη για οτιδήποτε βρετανικό, δεν θα συνιστούσα να γίνει οριστική. Όμως ήταν συμπωματική.

Ειδική σχέση

»Για ένα μικρό διάστημα τη δεκαετία του 1970 η Βρετανία φάνηκε ότι είχε αποφασίσει να βάλει τέλος σε αυτήν την ειδική σχέση, για να δείξει ότι είναι ''καλή ευρωπαία'' τον χρόνο που έγινε μέλος της Οικονομικής Κοινότητας. Όμως η απόπειρα δεν κράτησε πολύ και το 1976 ο James Callaghan και ο Anthony Crossland (στις 8 Απριλίου 1976, όταν ανέλαβε Πρωθυπουργός ο James Callaghan τον διόρισε Υπ. Εξωτερικών) επανέφερε την παραδοσιακή στενή σχέση και ήταν τρομερά χρήσιμη, μάλιστα, στις διαπραγματεύσεις με τη Νότιο Αφρική. ξεκίνησαν τον ίδιο χρόνο. Στις δικές μου διαπραγματεύσεις για το θέμα της Ροδεσίας δούλεψα έχοντας στα χέρια μου ένα βρετανικό έγγραφο, με βρετανική γραμματική, όταν ακόμη δεν αντιλαμβάνονται τη διαφορά ενός εγγράφου εργασίας από ένα εγκεκριμένο έγγραφο από το Υπουργικό. Η πρακτική της συνεργασίας ανθεί μέχρι σήμερα…».

Από τα όσα αποκαλυπτικά δήλωσε το 1982 ο Δρ Κίσινγκερ αναφερόμενος συγκεκριμένα και στη βρετανική απόπειρα αποστασιοποίησης εκείνης της εποχής την από ειδική σχέση μεταξύ Βρετανίας-Αμερικής, δηλαδή το 1973-74, επιβεβαιώνεται μέσω των βρετανικών εγγράφων αλλά και αμερικανικών, και το πώς η Η Βρετανία καθοδηγούσε την έκβαση των πραγμάτων όσον αφορά το Κυπριακό . Επισφράγισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί (εκτός των όσων καταγράφονται στα βρετανικά αρχεία με τις διαφωνίες Κίσινγκερ/Λονδίνου τις κρίσιμες εκείνες μέρες) και η δήλωση Κίσινγκερ προς τους αξιωματούχους του Φόρεϊν Όφις που είχε στείλει ο Callaghan στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και στη Σύσκεψη που είχαν στις 27 Αυγούστου 1974 (αναφορά στο 3ο μέρος του βιβλίου μου «Διζωνική vs Δημοκρατία» 1955-2019), για να εξασφαλιστεί η υποστήριξή του στη δι-κοινοτική, διζωνική ομοσπονδία. Την οποία είχε αποφασίσει και υιοθετήσει το Φ.Ο. στις 16.8.1974 ως λύση του Κυπριακού, όταν τους είπαν ο Κίσινγκερ χαρακτηριστικά:

«Το μεγαλύτερο διπλωματικό κατόρθωμα είχε ήδη τελειώσει με το να θεωρήσει τον ίδιο ως τον κακό των διαπραγματεύσεων », με τον Sir John Killick (Βρετανό αξιωματούχο του Φόρεϊν Όφις στην ομάδα) να λέει ότι «ο Callaghan σκόπιμα διατηρούσε χαμηλούς τόνους ενόσω διαρκούσαν οι διπλωματικές. επαφές»…

Ως το μεγαλύτερο διπλωματικό κατόρθωμα, ο Κίσινγκερ εννοούσε το ότι οι Βρετανοί κατάφεραν να εκτεθούν ο ίδιος ως ο κακός των γεγονότων. Που ακριβώς και δυστυχώς κάποιοι ακόμα συντηρούν, αγνοώντας σημαντικά αποδεσμευμένα έγγραφα που μιλούν από μόνα τους…

Ο Δρ Κίσινγκερ, όμως, έμεινε πιστός στη βρετανοαμερικανική συνεργασία (ειδική σχέση) όπως υπέδειξε με την ομιλία του. Αλλά άφησε ιστορική τη διαφορά του με τους Βρετανούς, 18.7.1974, προειδοποιώντας τους ότι δεν είχαν υπολογίσει τις συνέπειες των ενεργειών τους (αφήνοντας τον Ετζεβίτ να προχωρήσει), ίσως ο Μακάριος να θεωρεί «ανδρείκελο των Τούρκων», δεν συμφώνησε με την αποχώρηση. των Ελλήνων αξιωματικών εκείνη τη στιγμή (όπως Μακάριος/Λονδίνο/Μόσχα/Ετζεβίτ) γιατί θα δημιουργούσε ανισοζύγιο δυνάμεων εις βάρος των Ελλήνων στην Κύπρο…

ΦΑΝΟΥΛΑ - 2.png

Στις 20 Ιουνίου 1995, η Βασίλισσα Ελισάβετ τίμησε τον Δρα Χένρι Κίσινγκερ με τον τίτλο του Honorary Knight Commander of the Order of Saint Michael and Saint George (KCMG) (Επίτιμου Ιππότη).

H ειδική σχέση παραβιάστηκε από τους Αμερικανούς διαχρονικά. Έξαλλη από θυμό ήταν η Πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ με την αμερικανική εισβολή στη Γρενάδα, χώρα της Κοινοπολιτείας, με αποτέλεσμα να ΑΠΟΛΟΓΗΘΕΙ ο Αμερικανός Πρόεδρος Ronald Reagan.

Τον Μάιο του 2017, η αμερικανική εφημερίδα «New York Times» δημοσίευσε απόρρητες πληροφορίες που είχε δώσει η βρετανική Αστυνομία του Μάντσεστερ στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, στο πλαίσιο της αλλαγής απορρήτων σχετικά με την τρομοκρατική έκρηξη στο Μάντσεστερ. Όπου δολοφονήθηκαν 22 άνθρωποι και τραυματίστηκαν άλλοι 59. Με την Πρωθυπουργό Theresa May να δηλώνει δημόσια τον θυμό της, επί πρώτης θητείας Donald Trump, και να τονίσει ότι η ειδική σχέση τους βασίζεται σε αμοιβαία εμπιστοσύνη… Να καταφθάνει στο Λονδίνο ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ. και ν' απολογείται διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα επαναλαμβανόταν.

Και όμως: Σοβαρότατη διαφωνία υπάρχει στις μέρες μας, στη δεύτερη θητεία του Αμερικανού Προέδρου Donald Trump με τον Βρετανό Πρωθυπουργό Sir Keir Starmer, για τον πόλεμο εναντίον του Ιράν…

Ερευνήτρια/δημοσιογράφος/συγγραφέας