Υπάρχουν ταινίες που σε αφορούν πριν ακόμα τις δεις. Η «Εξέλιξη» του Περικλή Χούρσογλου είναι μία από αυτές. Η ταινία ξεκινά από ένα ταξίδι πατέρα και γιου με τρένο, διατρέχει το 2012, περνά από την πανεπιστημιακή αίθουσα της σχολής Κινηματογράφου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και καταλήγει στον εσωτερικό κόσμο ενός άντρα που στέκεται μεταξύ δύο εποχών: της ηλικίας του και της ηλικίας του πατέρα του. Η τελευταία κινηματογραφική δημιουργία του Περικλή Χούρσογλου σε αγγίζει με την απλότητά της και με έναν τρόπο ανεπαίσθητο, σε παίρνει μαζί της.
Ο Περικλής Χούρσογλου, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και επί χρόνια δάσκαλος κινηματογράφου – όπως ακριβώς και ο ήρωας της ταινίας -, μάς μιλά για τη συνάντηση με τον εαυτό, τη γραφή που πατά πάνω στη βιογραφία, αλλά και για τις διαδρομές που –όσο κι αν μοιάζουν ατομικές– παραμένουν βαθιά κοινές.
Η ταινία σας έχει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πώς επιλέξατε ποια συγκεκριμένα βιώματα να μετουσιώσετε σε δραματουργία;
Σε όλες τις ταινίες που έχω γράψει και σκηνοθετήσει υπάρχουν στοιχεία που ξέρω από πρώτο χέρι. Στον «Λευτέρη Δημακόπουλο», για παράδειγμα, ένα μεγάλο μέρος, το τελευταίο με τον Λευτέρη Δημακόπουλο να εκτίει τη στρατιωτική του θητεία, η δική μου θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό έδωσε «υλικό» ιδιαίτερα γόνιμο. Σε αυτήν περισσότερα.
Όμως θα σάς απαντήσω έμμεσα με το πιο ωραίο σχόλιο που άκουσα, διάβασα μάλλον, για την «ΕΞΕΛΙΞΗ». Κάποιος έγραψε: «Τόσο αυτοβιογραφικός Χούρσογλου, τό αυτό-βιογραφικός ο καθένας μας».
Δεν κάνω ταινίες αντί να κάνω ψυχανάλυση, τις κάνω για να επικοινωνήσω πράγματα που με προβληματίζουν, που φοβάμαι, που χαίρομαι, που είμαι περήφανος, με άλλους ανθρώπους. Είχα δάσκαλο έναν πολύ σημαντικό Έλληνα σκηνοθέτη, τον Παντελή Βούλγαρη και τη σχέση αυτή με τον κόσμο, μού έδειξε να την ξεκαθαρίσω από τα πρώτα βήματα.
Πότε αποφασίσατε ότι θα κάνετε μια ταινία που αφορά τη σχέση πατέρα και γιου;
Η σχέση με τον πατέρα μου, υπάρχει και στον «Κύριο με τα γκρι», τη 2η μεγάλου μήκους ταινία μου, αλλά και στον «Διαχειριστή», που είναι η 4η, υπάρχει και εδώ. Έχασα τον πατέρα μου στα 19. Κι ενώ στην αρχή, έλεγα ένα ψέμα, έλεγα πως δεν αγαπιόμαστε, «Τι κρίμα, δεν ήμουν κακό παιδί, δεν ήταν κακός άνθρωπος, όμως τι κρίμα, δεν αγαπιόμαστε», μια μέρα 11 χρόνια αφού είχε φύγει, βλέποντας μία ταινία της Φίνος φιλμ, συγκεκριμένα το «Κοντσέρτο για πολυβόλα», στο σημείο που ο σκηνοθέτης έχει αποσπάσματα από το έπος του ΄40 -ο πατέρας μου είχε πολεμήσει στην Αλβανία και μάλιστα είχε παρασημοφορηθεί- ξέσπασα σε κλάματα που κράτησαν 10 λεπτά. Κατάλαβα πως το «δεν αγαπιόμασταν» ήταν ένα ψέμα που με βοηθούσε να μην πληγωθώ που τον είχα χάσει.
Ο Αλέξανδρος Λογοθέτης και ο Βασίλης Κολοβός έδωσαν εξαιρετικές ερμηνείες ως γιος και πατέρας αντίστοιχα. Είχατε και άλλους ηθοποιούς υποψήφιους για το ρόλο ή εξ’ αρχής είχατε σκεφτεί αυτούς τους δύο;
Αρχικά και εννοώ το 2012, τότε μπήκε το πρώτο σποράκι για την ταινία, θυμάμαι ήταν καλοκαίρι, ήμασταν στην Κρήτη με τη Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, τη γυναίκα μου που έχει καταγωγή από το χωριό Άγιος Κωνσταντίνος του νομού Ρεθύμνης, τής είπα, «Ξέρεις ποιος θα ήθελα να παίξει στην ταινία τον «Πατέρα»; Ο Βασίλης Κολοβός». Στα 10 χρόνια από τη μέρα εκείνη έως να γίνει η ταινία, τον κύριο Κολοβό είχα στο νου μου. Είχα μάλιστα στο νου να παίξω ο ίδιος τον γιο-καθηγητή, ένα ρόλο που τον είχα ζήσει επί 19 χρόνια στο Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Όμως κάποια στιγμή αποφάσισα να μην παίξω εγώ, να παίξει κάποιος άλλος τον ρόλο, ώστε να μπορώ να δω αντικειμενικότερα την ταινία. Και τότε σκέφτηκα αμέσως τον Αλέξανδρο Λογοθέτη. Τον Αλέξανδρο τον είχα ξεχωρίσει από τις εξετάσεις του στο Εθνικό, το μακρινό 1991, 1992 και μαζί με την σκέψη αυτή ήρθε και η ιδέα μήπως το ζευγάρι πατέρας-γιός το παίξει ο πατέρας Λογοθέτης, ο Ηλίας και ο γιός του Αλέξανδρος. Τελικά όμως επέστρεψα στην αρχική επιλογή, στο αρχικό ένστικτό μου και χαίρομαι, δεν ξέρετε πόσο, πού έπαιξαν οι δύο τους, Αλέξανδρος και Βασίλης.
Αγαπώ τους ηθοποιούς και πιστεύω πως οι ηθοποιοί δεν ερμηνεύουν απλώς τους ρόλους, αλλά αυτό που βγαίνει στο πανί είναι το αποτέλεσμα μιας κουβέντας, ενός διαλόγου ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό. Δεν ξέρω αν θυμάστε που το έλεγα στα μαθήματα «Επαφής με τον ηθοποιό», στο Τμήμα Κινηματογράφου.
Το 2012 βρισκόσασταν στη Θεσσαλονίκη, σε εποχή κρίσης, όπως και ο ήρωας της ταινίας. Πόσο κοντά στην πραγματικότητα ήταν οι συνθήκες διδασκαλίας στο Α.Π.Θ. που παρουσιάζονται στην ταινία;
Νομίζω αρκετά κοντά. Το 2012 και για 2 χρόνια, εξ αιτίας της κρίσης, το Υπουργείο Παιδείας δεν ανανέωσε τις συμβάσεις όσων δεν ήταν μόνιμοι, μιλάμε για Εκπαιδευτικό προσωπικό, Τεχνικό Προσωπικό, βοηθητικό προσωπικό. Έτσι η σχολή μας, το Τμήμα Κινηματογράφου, μη έχοντας κάποιον να καθαρίζει, παρουσίαζε φριχτή εικόνα. Αρκετές Τρίτες, Τρίτη έκανα τα μαθήματά μου τότε, στις 6.30 το πρωί που έφτανα στη σχολή, έπαιρνα μία σκούπα και μία σφουγγαρίστρα και προσπαθούσα να συμμορφώσω το χάλι. Κυρίως, ήθελα να πω στις φοιτήτριες και στους φοιτητές, «Αν αγαπάτε τον κινηματογράφο, να αγαπάτε και τη σχολή του κινηματογράφου». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξουν διαφωνίες από τους φοιτητές του Συλλόγου, οι οποίοι ήθελαν η σχολή να παραμείνει βρώμικη, ώστε να ξεσηκωθούν οι φοιτητές, οι γονείς τους, τα άλλα Τμήματα που αντιμετώπιζαν παρόμοιες συνθήκες και να στραφούν εναντίον του Μνημονίου και της Μέρκελ.
Στην ταινία υπάρχουν 3 γενιές, ο Πατέρας του καθηγητή, ένας άνθρωπος παλιότερος με τις δικές του ιδέες για την παιδεία και την εργασία, οι φοιτητές, όπως είπα, με τη δική τους ατζέντα και ο Νίκος, ο καθηγητής, που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους δύο.
Η «Εξέλιξη» χρησιμοποιεί το τρένο ως μηχανή χρόνου και ανάμνησης. Πώς σμιλέψατε τη δομή μεταξύ παρόντος και παρελθόντος;
Μέσα στα 10 χρόνια, από την αρχική ιδέα έως να ξεκινήσουν τα γυρίσματα, το σενάριο άλλαξε 5 ή 6 φορές. Αρχικά, ήταν μία ιστορία ενός καθηγητή που κάθε Τρίτη κάνει το ταξίδι με το τρένο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη για να διδάξει σκηνοθεσία στο Τμήμα Κινηματογράφου. Μετά προστέθηκε και ο πατέρας, το ταξίδι αυτό το κάνουν μαζί. Μετά, το ταξίδι αυτό γίνεται με αφορμή την «ΕΞΕΛΙΞΗ» του Νίκου, «Εξέλιξη» στους Ακαδημαϊκούς κύκλους είναι η προαγωγή, η προαγωγή από μία βαθμίδα σε μία άλλη. Ο Νίκος κάνει το ταξίδι αυτό με τον πατέρα του για να τού δείξει πως τα κατάφερε στην ζωή του. Ώσπου στο τέλος -στο τελικό «χέρι» του σεναρίου, το ταξίδι έγινε μόνο στη φαντασία του Νίκου, θα ήθελε ο Νίκος να είχε έρθει ο πατέρας του μαζί.
Στα 19 χρόνια που δίδαξα στο Τμήμα Κινηματογράφου, για κάνετε τον πολλαπλασιασμό, 19 επί 30 φορές τον χρόνο, έχω κάνει το ταξίδι με το τρένο γύρω στις 600 φορές.
Υπήρξαν στιγμές κατά τα γυρίσματα που αισθανθήκατε ότι η σκηνή απέκτησε μεγαλύτερο ψυχολογικό βάρος από όσο είχατε προβλέψει;
Ναι, υπήρξαν τέτοιες στιγμές. Βεβαίως, πάντα στη διάρκεια των γυρισμάτων, όσο καλά και να της υπολογίσει τα πράγματα, δεν είσαι σίγουρος για το τελικό αποτέλεσμα. Εδώ, αρκετές φορές στα γυρίσματα, ένιωθα πως η ταινία είχε αλήθεια και θα μού επιτρέψετε να πω… βάθος.
Κάθε στάδιο παραγωγής της ταινίας έχει κάτι ξεχωριστό. Το σενάριο ξεκινά με μία αρχική ιδέα, λες θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Γράφοντας, της, καταλαβαίνεις πως θέλεις να μιλήσεις και για άλλα πράγματα σημαντικά. Δουλεύεις, δουλεύεις, κάποια στιγμή λες, αυτό είναι το σενάριο, είναι γερό, πάμε να το γυρίσουμε. Στην προετοιμασία της ταινίας, οι ηθοποιοί και οι χώροι που επιλέγονται, σού δείχνουν μία νέα αλήθεια, δεν ήταν μόνο αυτό που είχε γραφτεί στο σενάριο, αλλά κάτι άλλο, μία άλλη αλήθεια. Πας στο γύρισμα και εκεί οι συνθήκες γυρίσματος, τα χρήματα που δεν υπάρχουν, μια μέρα που βρέχει, κάποια λόγια που της ηθοποιός τα λέει διαφορετικά απ’ ό,τι είχες αρχικά φανταστεί, φέρνουν μια καινούργια αλήθεια. Στο μοντάζ πάλι αλλάζουν, αλλάζει θέση μία σκηνή ή καταλαβαίνεις πως δεν χρειάζεται και πετιέται ή το χειρότερο, γιατί αυτό κοστίζει, κάτι πρέπει να ξαναγυριστεί. Προσπαθώ να πω ότι κάθε στάδιο της ταινίας είναι ζωή και η ζωή είναι απρόβλεπτη. Μόνο στο τέλος-τέλος λες, «Α… αυτό ήθελα να πω!». Κι αν είσαι τυχερός αυτό ήθελες να πεις από την αρχή, μόνο που «φτιάχνοντας» την ταινία, «κέρδισες το ταξίδι».
Έχετε πει ότι «διδάσκοντας γίνομαι καλύτερος σκηνοθέτης και σκηνοθετώντας καλύτερος καθηγητής». Ποια ήταν η αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των δύο ρόλων κατά τη διάρκεια της παραγωγής της «Εξέλιξης»;
Τελειώνοντας την «Εξέλιξη», αφυπηρέτησα, συνταξιοδοτήθηκα, άρα δεν έχω την ευκαιρία να διδάξω και να διαπιστώσω εάν έγινα καλύτερος καθηγητής. Φαντάζομαι πως ναι, πως έμαθα πολλά πράγματα.
Υπάρχει μία παροιμία «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», που συνήθως ερμηνεύεται, μην περιμένεις να πάρεις από κάποιον που είναι μπατίρης. Την «πετριά» της διδασκαλίας την είχα από μικρός, αρκεί να σάς πω ότι σπούδασα αρχικά «Μαθηματικά» με σκοπό να γίνω καθηγητής σε γυμνάσιο, μετά με πήρε ο άνεμος της τέχνης. Έτσι την παροιμία αυτήν την ερμηνεύω λίγο αλλιώς. Ποιος είναι αυτός που έχει; Ποιος άλλος παρά αυτός που έχει ήδη πάρει από κάποιον άλλον. Η εκπαιδευτική διαδικασία είναι μια σειρά, μια γραμμή, από τον μάστορα στον βοηθό, κάποιοι που έχουν μάθει, μεταφέρουν αυτά που έλαβαν σε νέους μαστόρους που θέλουν να μάθουν.
Στην ταινία υπάρχει hommage (=φόρος τιμής) στον Φελίνι. Ποιοι άλλοι σκηνοθέτες σας ενέπνευσαν για να σχηματίσετε το ύφος της ταινίας;
Ο Περικλής Χούρσογλου. Αστειεύομαι (και δεν αστειεύομαι). Όταν κάνω μία ταινία, προσπαθώ να ακούσω τον εαυτό μου, να πλησιάσω σε κάτι προσωπικό, βαθύ.
Νιώθω την ψυχή μας σαν ένα μικρό κομμάτι λαμαρίνα που κρατιέται στις δύο έδρες του από δύο τεντωμένα ψιλά χάλκινα σύρματα, τοποθετώ αυτήν τη λαμαρινίτσα κάπου στο μέσο του στέρνου. Ανάλογα με τα ερεθίσματα που παίρνουμε, το παραλληλόγραμμο αυτό πάλλεται.
Δεν είμαι καβαλημένος, ούτε αγνώμων. Πολλές φορές έχω πει «Ευχαριστώ» στον Παντελή Βούλγαρη, αλλά και στον Γιώργο Πανουσόπουλο, στον Αντρέα Θωμόπουλο, στον Αλέξη Δαμιανό, στον Τάκη Παπαγιαννίδη.
Ναι, αγαπώ τον Φελίνι, αγαπώ τον Κουροσάβα, τον Μπέργκμαν, τον Ταρκόφσκι. Αγαπώ όμως και τον Κισλόφσκι, τον Ρομέρ, τον Τρυφώ, τον Ταβερνιέ, τον Κεν Λόουτς, τον Μάϊκ Λη, τους δύο αυτούς Βρεττανούς ιδιαίτερα. Και βέβαια, τον Ελία Καζάν και τον Τζον Χιούστον, η τελευταία του ταινία, «Ο νεκρός» ή «Οι νεκροί» -ο Αγγλικός τίτλος επιδέχεται και τις δύο ερμηνείες- είναι σπουδαία! Επίσης τον Λουί Μπουνιουέλ.
Για να είμαι ειλικρινής, δεν μιλώ για τα «άπαντα» των σκηνοθετών, προτιμώ να μιλώ για κάποιες ταινίες που μαγεύομαι όταν τις βλέπω. Δύο τέτοιες του Βούλγαρη είναι το «Χάππυ νταίη» και οι «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου». Αυτές που «μυρίζουν λιβάνι».
Μετά το τέλος της ταινίας, σε δημόσιες προβολές και συζητήσεις, ποια ήταν τα πιο αξιομνημόνευτα σχόλιο του κοινού;
Σάς είπα ήδη ένα: «Είναι τόοοσο αυτοβιογραφικός Χούρσογλου και τόοοσο αυτοβιογραφικός ο καθένας» μας.
Δεν είμαι ο μόνος που είχα πατέρα, που είχα συγκρουστεί μαζί του, που αργότερα ήθελα να τον ακούσω να μού λέει, «Μπράβο, καλά τα κατάφερες αγόρι μου», που έφυγε χωρίς να τού έχω πει πόση αγάπη ένιωθα γι’ αυτόν.
Χαίρομαι, τι να πω ψέματα; Χαίρομαι πολύ όταν καταλαβαίνω πόση συγκίνηση έβγαλε η ταινία, πόσο συγκινήθηκαν οι θεατές, χαίρομαι όταν λενε πως ένιωσαν ότι κάποιος τους μιλά ειλικρινά. Να, προχτές σε μία προβολή στο χωριό καταγωγής της Βαγγελιώς (Ανδρεαδάκη), ένιωσα τόση χαρά, τόση επαφή!
Τι κρίμα, θα έπρεπε εμείς οι δημιουργοί να είχαμε βρει έναν τρόπο να διανέμουμε τις ταινίες μας σε πόλεις στη περιφέρεια, σε κωμοπόλεις, σε χωριά. Σήμερα, το μεγαλύτερο πρόβλημα του Ελληνικού Κινηματογράφου είναι η διανομή των ταινιών. Δεν μιλώ για τη «Φόνισσα» και το «Υπάρχω», οι δύο αυτές ταινίες έσπασαν τα ταμία και καλώς τα έσπασαν, όμως υπάρχουν πολύ καλές άλλες ταινίες που θα μπορούσαν να προβληθούν. Παραφράζοντας ελαφρώς τα λόγια του Κάρολου Κουν να πω, «Κάνουμε ταινίες για την ψυχή μας. Δεν κάνουμε κινηματογράφο για τον κινηματογράφο. Κάνουμε κινηματογράφο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας και αυτούς που τις βλέπουν».
#TIFF64 | The Promotion
Υπάρχει ήδη ιδέα για την επόμενη ταινία;
Υπάρχει, νομίζω πως πρόκειται για ένα επόμενο βήμα στην τέχνη που υπηρετώ, ελπίζω επόμενο βήμα και στη ζωή. Είναι νωρίς να μιλήσω γι’ αυτήν. Γράφουμε, εννοώ τη Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη και εμένα.
Τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί ή έχει μειωθεί η βοήθεια του κράτους στην καλλιτεχνική δημιουργία;
Για όλη την καλλιτεχνική δημιουργία δεν ξέρω. Στον κινηματογράφο, υπάρχουν προβλήματα. Δεν ξέρω αν η συγχώνευση των δύο πόρων του ΕΚΚΟΜΕ και τού ΕΚΚ που χρηματοδοτούσαν τις Ελληνικές ταινίες λειτουργεί αρμονικά, ο κινηματογραφικός κόσμος βρίσκεται εν βρασμώ. Μήπως η «συγχώνευση» οδηγεί σε μικρότερη χρηματοδότηση;
Αλλά ξαναγυρνώ, ίσως γιατί έχω πρόσφατη την εμπειρία της προβολής της ΕΞΕΛΙΞΗΣ στο χωριό Άγιος Κωνσταντίνος, θα έπρεπε εμείς οι δημιουργοί να μην ασχολούμαστε μόνο με το αν η ταινία μας θα πάει στα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού, πόσα βραβεία ΙΡΙΣ θα δρέψει από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου, πόσα αστεράκια θα πάρει από τους κριτικούς, ή να τρέχουμε παρακαλώντας να την πάρει κάποιο από τα γραφεία διανομής, αλλά να είχαμε φροντίσει οι ίδιοι για τη διανομή των ταινιών μας. Φταίμε.
Δείτε επίσης


