«Η Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι επιστρέφει στη σκηνή, αυτή τη φορά μέσα από τη ματιά ενός σκηνοθέτη που γνωρίζει καλά πώς να δίνει νέα πνοή στα κλασικά έργα.
Ο καταξιωμένος σκηνοθέτης Χρήστος Στρέπκος με το «Άρμα Θέσπιδος» ανεβάζει τη διαχρονική κωμωδία του 18ου αιώνα, προσθέτοντας τη δική του υπογραφή σε μια παράσταση που υπόσχεται να κερδίσει τόσο τους θεατρόφιλους όσο και τους νέους θεατές. Σημαδιακή παράσταση μιας και το «Άρμα Θέσπιδος» - ένας θεσμός, που εμπνεύστηκε ο – τότε - καλλιτεχνικός διευθυντής Κώστας Καζάκος και έφερε στη ζωή ο Χρήστος Στρέπκος - κλείνει τα δέκα χρόνια του.
Σε αυτή τη συνέντευξη, ο Χ. Στρέπκος μας μιλά για τη μαγεία του Γκολντόνι, τη δυναμική της Μιραντολίνα, τις προκλήσεις της σκηνοθεσίας και την ανάγκη του θεάτρου να παραμένει ζωντανό και παρόν.
Δέκα χρόνια «Άρμα Θέσπιδος», περισσότερες από πεντακόσιες παραστάσεις ως τώρα. Μπορούσες να φανταστείς ότι ο θεσμός θα είχε τέτοια ανταπόκριση όταν συστάθηκε;
Όχι. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει κάτι που δεν υπήρχε πριν. Εκείνο που υπήρχε για όλους μας από την αρχή – και εξακολουθεί να υπάρχει – είναι η αγωνία να φτιάξουμε μια καλή παράσταση. Η ανταπόκριση του κοινού μάς δίνει δύναμη, αλλά και ευθύνη. Μας αναγκάζει, κάθε φορά, να πάμε λίγο παραπέρα και να μη μείνουμε στα ίδια. Το άγχος μου είναι πάντα να μη νιώσει το κοινό πως βλέπει κάτι επαναλαμβανόμενο. Γι’ αυτό επιλέγουμε κάθε φορά συγγραφείς με διαφορετική φωνή. Για να δημιουργήσουμε – και να μοιραστούμε – μια παράσταση που να είναι «άλλη»
Ποια από τις προηγούμενες εννιά παραστάσεις πιστεύεις πως είχε τη μεγαλύτερη απήχηση στο κοινό;
Αυτό είναι μάλλον ερώτημα για το ίδιο το κοινό. Μια παράσταση, ακόμη κι αν την παρακολουθήσουν οι ίδιοι άνθρωποι δύο φορές, μπορεί να έχει διαφορετική απήχηση κάθε φορά. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία, θα έλεγα την πρώτη μας: το «Ελιξίριον Τσέχωφ!», που μου πρότεινε ο Κώστας Καζάκος. Ήταν καθοριστικής σημασίας και για το κοινό και για το ίδιο το Άρμα. Εκεί παίχτηκε, κατά κάποιον τρόπο, το πρώτο και πιο ουσιαστικό στοίχημα: μπορείς να ταξιδέψεις καλές παραστάσεις εκεί όπου το θέατρο δεν έχει ξαναπάει; Αυτό που μας έδωσε ώθηση ήταν η θερμή ανταπόκριση των πρώτων μας θεατών. Εκείνη η αρχή μάς έδωσε το θάρρος να συνεχίσουμε — και να τολμήσουμε όλα όσα ακολούθησαν.
Τι σε τράβηξε στη «Λοκαντιέρα»; Τι έχει αυτό το έργο που το κάνει διαχρονικό και επίκαιρο ακόμα και σήμερα;
Η Λοκαντιέρα είναι, στην ουσία της, μια απλή ιστορία διεκδίκησης του έρωτα: τρεις άντρες, ο καθένας με τα «όπλα» του, προσπαθούν να κατακτήσουν την καρδιά της Μιραντολίνας. Ο Μαρκήσιος, ένας ξεπεσμένος αριστοκράτης· ο Κόμης, ένας ανερχόμενος αστός· και ο Ιππότης, εκπρόσωπος της παλιάς στρατιωτικής ελίτ και δηλωμένος μισογύνης. Η Μιραντολίνα καταφέρνει να τους χειριστεί όλους — και κυρίως να λυγίσει τον πιο απρόσιτο από αυτούς: τον Ιππότη. Όμως ο Γκολντόνι δεν γράφει δράμα· γράφει κωμωδία. Και μέσα από το χιούμορ, βάζει στη σκηνή το ζήτημα της γυναικείας χειραφέτησης μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Αυτό είναι που κάνει το έργο διαχρονικό. Γιατί, όσο κι αν έχουν αλλάξει οι εποχές, έχουμε ακόμα δρόμο μπροστά μας για μια κοινωνία πραγματικά δίκαιη — όπου το φύλο, όπως και η τάξη ή η καταγωγή, δεν θα καθορίζει τα δικαιώματα του ανθρώπου.
Στη δική σου διασκευή και σκηνοθεσία, τι καινούργιο ή διαφορετικό θέλησες να φέρεις;
Προσπαθώ πάντα για ένα πράγμα: να κάνω καλές παραστάσεις. Παραστάσεις που θα άξιζε να δω και ως θεατής. Δεν με απασχολεί αν κάτι φαίνεται καινούργιο ή διαφορετικό. Το θέατρο υπάρχει εδώ και αιώνες. Τα περισσότερα έχουν δοκιμαστεί – ίσως όχι πάντα με τρόπο που να τα αγκαλιάσει το κοινό. Αυτό που έκανα στη διασκευή ήταν να περιορίσω τους χαρακτήρες σε πέντε. Έτσι ταίριαξε καλύτερα στη δυναμική του «Άρματος» και των χώρων όπου παίζουμε. Αυτή η επιλογή απελευθέρωσε τους ηθοποιούς και έκανε τη σκηνική δράση πιο πυκνή και συμπυκνωμένη. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καινούργιο. Ξέρω όμως πως λειτουργεί θετικά για την παράσταση.
Υπάρχει κάποιο σκηνικό εύρημα ή σκηνοθετική επιλογή που θεωρείς «κλειδί» για την παράστασή σου;
Σ’ αυτή την παράσταση, για πρώτη φορά, το σκηνικό βρίσκεται «εν κινήσει». Δεν είναι σταθερό, αλλά μεταβάλλεται στη διάρκεια της παράστασης. Οι ηθοποιοί, εκτός από τους ρόλους τους, αναλαμβάνουν και την ευθύνη του σκηνικού μετασχηματισμού — σαν τεχνικοί επί σκηνής. Μέχρι τώρα χρησιμοποιούσαμε ένα υπερυψωμένο πατάρι, για να έχουν όλοι οι θεατές καθαρή οπτική επαφή. Ήταν σταθερό. Τώρα πια, νομίζω ότι ήρθε η στιγμή να κάνουμε το επόμενο βήμα. Έχουμε την εμπειρία και το επιτρέπει και η ωριμότητα της ομάδας. Με αυτή την επιλογή, το θέατρο γίνεται ακόμη πιο ζωντανό και κινητικό. Δεν στήνουμε απλώς παραστάσεις σε μη θεατρικούς χώρους — φέρνουμε μαζί μας έναν σκηνικό κόσμο που ταξιδεύει. Και αυτό επηρεάζει όχι μόνο τη σκηνοθεσία, αλλά και τη σχέση των ηθοποιών με το κοινό.
Πόσο δύσκολο είναι να «μεταφράσεις» μια κωμωδία του 18ου αιώνα στη σύγχρονη θεατρική γλώσσα;
Δεν είναι δύσκολο — είναι ενδιαφέρον. Για την ακρίβεια, αυτό είναι που κάνει τη δουλειά μας συναρπαστική: να φέρνεις ξανά στη ζωή μια ιστορία του 18ου αιώνα, μέσα στη σημερινή εποχή. Μια τέτοια διαδικασία σε αναγκάζει να δεις αλλιώς όχι μόνο τον κόσμο του τότε, αλλά και τον εαυτό σου. Το βασικό προαπαιτούμενο είναι να έχεις έναν καλό συγγραφέα. Και ο Γκολντόνι είναι ένας τέτοιος συγγραφέας: ανεβάζει όλες τις φωνές της εποχής του στη σκηνή και φέρνει την Commedia dell’arte από τις πλατείες στο κέντρο του θεάτρου. Αν σε εμπνέει ο συγγραφέας, τότε νιώθεις και εσύ συνδημιουργός. Γιατί όσο καλό κι αν είναι ένα θεατρικό έργο, παραμένει πάντα ανοιχτό – σαν μια παρτιτούρα που περιμένει να παιχτεί. Αυτή η «μετάφραση» στη γλώσσα της σκηνής, είναι η δική μας δουλειά. Και η δική μας δημιουργία.
Η «Λοκαντιέρα» είναι κωμωδία χαρακτήρων. Πώς δούλεψες με τους ηθοποιούς ώστε να αναδειχθούν οι αποχρώσεις αυτών των χαρακτήρων;
Η Λοκαντιέρα περιλαμβάνει χαρακτήρες που έρχονται τόσο από την εποχή του Γκολντόνι όσο και από την Commedia dell’arte. Για να αποκτήσουν βάθος και θεατρική αλήθεια, ήταν καθοριστική η εκπαίδευση των ηθοποιών με τον Καμίλο Μπεντανκόρ, που γνωρίζει σε βάθος τις τεχνικές αυτού του απαιτητικού είδους. Όπως κάνω σε κάθε παράσταση, έδωσα χώρο στους ηθοποιούς να συνδημιουργήσουν. Δουλέψαμε με αυτοσχεδιασμούς, και θεατρικούς και κινηματογραφικούς, με στόχο τη ζωντανή αλήθεια της στιγμής. Στο τέλος, προστέθηκε και η προσωπική μου σκηνοθετική ματιά, που υπερασπίζεται πάντα τη διασκευή του έργου. Πιστεύω σε ένα θέατρο συνδημιουργίας — όχι σε ένα φορμαλιστικό μοντέλο όπου όλα υπάρχουν πρώτα στο μυαλό του σκηνοθέτη και μετά επιβεβαιώνονται από τους άλλους. Η θεατρική αλήθεια, όταν είναι ομαδική, δημιουργεί ένα ζωντανό σύμπαν. Όταν είναι ατομική, οδηγεί συχνά σε μονόπλευρη αντίληψη του κόσμου.
Το κοινό σήμερα γελάει με τα ίδια πράγματα που γελούσε και το κοινό του Γκολντόνι; Ή αλλάζει και το χιούμορ με την εποχή;
Το χιούμορ είναι ανθρώπινη επινόηση, και όπως κάθε τι ανθρώπινο, επηρεάζεται από τον χρόνο και την εποχή. Όταν μια γενιά διαδέχεται την άλλη, αλλάζει η αισθητική της – πόσο μάλλον όταν μεσολαβούν αιώνες. Δεν γελούν οι άνθρωποι με τα ίδια πράγματα σε κάθε εποχή. Την εποχή του Γκολντόνι υπήρχε μια «ηθική της αιδούς». Σήμερα, ζούμε σε μια κοινωνία πιο κυνική, πιο προκλητική. Όμως αυτό που δεν αλλάζει είναι οι θεατρικοί χαρακτήρες και οι ιστορίες τους. Όταν είναι καλογραμμένοι, όπως στους μεγάλους συγγραφείς, κουβαλούν μέσα τους κάτι από το "αιώνιο". Το κοινό, αναγνωρίζει τον εαυτό του στις καταστάσεις και πολλές φορές ανακαλύπτει ή και επινοεί το χιούμορ που κρύβεται στις λεπτομέρειες. Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον μέρος του θεάτρου: η ζωντανή επαφή ανάμεσα στο παλιό και το τώρα.
«Η Λοκαντιέρα» του Κάρλο Γκολντόνι
Από το Άρμα Θέσπιδος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας
Πρεμιέρα Παρασκευή 30 Μαΐου 2025, στις 21:30 στο Νέο Δημαρχείο
Συντελεστές
Μετάφραση: Αντώνης Η. Σακελλαρίου (Εκδόσεις Δωδώνη)
Σκηνοθεσία-Διασκευή Δραματουργική Επεξεργασία: Χρήστος Στρέπκος
Σκηνογραφία- Ενδυματολογία: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Κινησιολογία: Καμίλο Μπεντανκόρ
Μακιγιάζ: Ίνα Τσέλιου
Φωτογραφίες παράστασης: Βασίλης Ζαβέρδας
Βίντεο: Κωνσταντίνος Λιόπετας
Παίζουν οι ηθοποιοί:
Γιώργος Βασιλόπουλος
Δημήτρης Καρακούσης
Βασίλης Κόκκαλης
Ελένη Νάτση
Αλίκη Οικονομοπούλου
Πληροφορίες:
Η πρεμιέρα θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 30 Μαΐου 2025, στις 21:30 στον Προαύλιο Χώρο του Νέου Δημαρχείου ( Μαιζώνος 19, Πάτρα).
Θα ακολουθήσουν 2 ακόμη παραστάσεις, το Σάββατο 31 Μαΐου στις 21:30 και την Κυριακή 1 Ιουνίου στις 21:00 στον ίδιο χώρο με ελεύθερη είσοδο.
Εν συνεχεία Η Λοκαντιέρα θα περιοδεύσει στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοδυτικής Ελλάδας σε συνεργασία με τον Δήμο Πατρέων και την ΠΕΔ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ.
Δελτία δωρεάν εισόδου στο:
https://www.ticketservices.gr/event/dipethe-patras-lokantiera/?lang=el&fbclid=IwY2xjawKi8eFleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFDN3JWU2NnZkRnV2JJelhjAR7xBqL63t2x9_ajDIiSsPvCXZ-q8EpbG5zOxDEmLzJADW51ewDhJKFkyEuXUw_aem_MfD5V_SoXNGEEyvvQI9fug
Πληροφορίες:2610 623730 και https://www.dipethepatras.gr/?fbclid=IwY2xjawKi8jhleHRuA2FlbQIxMABicmlkETFDN3JWU2NnZkRnV2JJelhjAR7VWT69QZPmsByHl1ZhEfWmTAhfTcNz23cdjbbrVkWNtYnnVVNVv4TOwXMwDA_aem_cYW5NCc82MXVm5eoEBmjlA
Δείτε επίσης


