Με τις διαδικασίες χειραφέτησης της από θρησκευτικά τελετουργικά και από την ανάγκη επίδειξης της πολιτικής εξουσίας, η τέχνη αναβιβάστηκε ως αντικείμενο φιλοσοφικού στοχασμού. Απαλλαγμένο από εξωτερικές σκοποθεσίες, αποσυνδεδεμένο από εργαλειακούς υπολογισμούς, το έργο τέχνης φάνταζε ως πραγμάτωση αιτημάτων αυτονομίας, τα οποία η νεωτερικότητα τόσο επικαλείτο νομιμοποιητικά όσο και έτεινε να ακυρώσει μέσω των κοινωνικών της μηχανισμών. Έτσι, ο φιλοσοφικός στοχασμός συνέλαβε την τέχνη όχι ως μέσο προς εξωτερικούς σκοπούς, αλλά ως προνομιακό φορέα εκείνης της αλήθειας που ανήκει στον καταστατικό χάρτη της νεωτερικότητας: της ελευθερίας. Η κλασσική γερμανική φιλοσοφία καταγράφει αυτήν την αντίληψη με διαφορετικούς τρόπους: με την καντιανή έννοια της ευαρέσκειας δίχως συμφέρον, με την έννοια του φαίνεσθαι και του παιχνιδιού ως διαμεσολάβησης των ανθρώπινων δυνάμεων (Σίλλερ), με την αντίληψη περί συμβόλου του Γκαίτε, και, τέλος, με την εγελιανή αντίληψη περί τέχνης ως μιας από τις μορφές του απόλυτου πνεύματος.
Με την εμφάνιση μαζικών διαδικασιών παραγωγής πολιτιστικών προϊόντων και των αντίστοιχων τρόπων πρόσληψης, το αισθητικό φαινόμενο φαίνεται να χειραφετείται από αυτό που άλλοτε φάνταζε το προνομιακό του πεδίο: από το ίδιο το έργο τέχνης ως μια διακριτή και αυτόνομη από την κοινή εμπειρία σφαίρα. Οι εικονογραφημένες εφημερίδες, η διαφήμιση και η μόδα, η ανάδυση του κινηματογράφου και, προσφάτως, οι τεχνικές προώθησης και οι μορφές αναπαράστασης του εαυτού στο web. 2.0 φαίνεται να καθιστούν αμφίβολες τις κλασσικές κατηγορίες μέσω των οποίων, την προηγούμενη ιστορική περίοδο, η τέχνη νοήθηκε ως φορέας της αλήθειας.Η θεωρία έχει συλλάβει αυτές τις αλλαγές με ιδιαιτέρως αντικρουόμενους τρόπους: O Μπένγιαμιν απέδωσε επαναστατικές δυνατότητες στις νέες μορφές μαζικής τέχνης, επισημαίνοντας ταυτόχρονα τον κίνδυνο αισθητικοποίησης της πολιτικής. Ο Αντόρνο διατύπωσε μια κριτική θεωρία της πολιτιστικής βιομηχανίας, υπερασπιζόμενος την πλέον αμφισβητούμενη αισθητική αυτονομία. Αντίθετα, άλλοι στοχαστές, όπως ο Έκο, υπερασπίστηκαν καταρχήν την άρση των περιορισμών στο πλαίσιο της πλέον μαζικής κουλτούρας ως βήμα εκδημοκρατισμού, ενώ η απάλειψη των ορίων μεταξύ τέχνης, διαφήμισης και διακόσμησης αποτιμήθηκε θετικά από τον Danto ως απαλλαγή της τέχνης από την αναγκαιότητα να εκφράζει την αλήθεια. Ταυτόχρονα μεταποικιακές θεωρίες έχουν αμφισβητήσει το καθεστώς αλήθειας της τέχνης ως τέτοιο, ανευρίσκοντας στις παραδεδομένες έννοιες της αισθητικής όπως επίσης και στις αντίστοιχες καλλιτεχνικές πρακτικές το στίγμα των ευρωκεντρικών δομών κυριαρχίας και του αποκλεισμού της ετερότητας.Παράλληλα με αυτούς του διαφορετικούς λόγους περί τέχνης, αναπτύσσονται διαφορετικές καλλιτεχνικές πρακτικές και μορφές έργων που επιχειρούν να αντιπαρατεθούν με τις ποικιλόμορφες αμφισβητήσεις του καθεστώτος της τέχνης ως φορέα αλήθειας ή και να τις ενσωματώσουν. Έτσι η σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή τείνει να άρει τις διαχωριστικές γραμμές των καλλιτεχνικών ειδών, να ενσωματώσει καταναλωτικά αντικείμενα και κοινούς τόπους της pop art, να εκθέσει αναστοχαστικά το ρίζωμά της σε ένα αμφισβητούμενο πλέον πολιτισμικό του πλαίσιο, ενώ, τέλος, ρευστοποιεί τον συμπαγή χαρακτήρα του έργου τέχνης σε διαδικασίες καλλιτεχνικής επιτέλεσης.
Υπό το φως της ανωτέρω μετατόπισης τόσο του θεωρητικού λόγου περί τέχνης όσο και της ίδιας της τέχνης, το συνέδριο για αποσκοπεί στην (επαν)εκτίμηση του ερωτήματος περί της σχέσης της τέχνης με την αλήθεια.

Καλούμε όσες και όσους ενδιαφέρονται να αποστείλουν σύντομη περίληψη της εισήγησής τους (200-300) λέξεις στη διεύθυνση [email protected] μέχρι τις 28.02.25. Οι προτεινόμενες εισηγήσεις δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 30 λεπτά. Το συνέδριο θα διεξαχθεί στην Πάτρα στις 8 - 10.05.2025.