Κοινή ανακοίνωση εξέδωσαν σήμερα η πρόεδρος και η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα και Γεωργία Αδειλίνη.

Η ανακοίνωσή τους αφορά τις επικρίσεις που δέχονται για την εντολή τους να διενεργηθεί προκαταρκτική πειθαρχική έρευνα σε βάρος δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού, οι οποίοι αποφάσισαν τη μη προφυλάκιση του δικηγόρου Απόστολου Λύτρα, μετά την απολογία του στην ανακρίτρια για τον ξυλοδαρμό της συζύγου του, επίσης δικηγόρου (ενδοοικογενειακή βία).

Ειδικότερα, η ηγεσία του Αρείου Πάγου, στην ανακοίνωσή της, υπογραμμίζει, μεταξύ των άλλων, ότι «εμφανίστηκαν στον δημόσιο διάλογο διάφοροι αυτόκλητοι παράγοντες, ως ένθερμοι υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, οι οποίοι, σκόπιμα, συγχέουν την ανεξαρτησία με το ανεξέλεγκτο», ενώ «με τις δηλώσεις τους αμφισβητούν την ανεξάρτητη λειτουργία των αρμοδίων οργάνων της πειθαρχικής διαδικασίας, που επιλήφθηκαν».
H ανακοίνωση της προέδρου και της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου για την κριτική σε βάρος τους για την υπόθεση Λύτρα

Η κοινή ανακοίνωση της κ. Κλάπα και της κ. Αδειλίνη αναφέρει:

«Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τη διενέργεια προκαταρκτικής πειθαρχικής έρευνας σε βάρος δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού, σε υπόθεση με κατηγορούμενο δικηγόρο, κατόπιν αιτήματος της Προέδρου και της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, οι οποίες, με βάση τον ν. 4938/2022, ασκούν εποπτεία στους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, εμφανίστηκαν στον δημόσιο διάλογο διάφοροι αυτόκλητοι παράγοντες, ως ένθερμοι υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, οι οποίοι, σκόπιμα, συγχέουν την ανεξαρτησία με το ανεξέλεγκτο.

Με τις δηλώσεις τους αμφισβητούν την ανεξάρτητη λειτουργία των αρμοδίων οργάνων της πειθαρχικής διαδικασίας, που επιλήφθηκαν, επιφυλάσσοντας, όμως, για τους ίδιους το δικαίωμα αυθεντικού ελέγχου της επιβολής περιοριστικών όρων ή προσωρινής κράτησης, ή ακόμα και της ασκηθείσας σε βάρος του κατηγορούμενου δικηγόρου ποινικής δίωξης. Σε ανάλογη δήλωση προέβη και η Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων.

Είναι, εξάλλου, γνωστό στη νομική κοινότητα ότι δικηγόροι καταθέτουν σωρεία αναφορών με αίτημα την πειθαρχική δίωξη και καταδίκη δικαστών και εισαγγελέων, βάλλοντας, αποκλειστικά, κατά της ουσιαστικής τους κρίσης. Η προφανής αβασιμότητα της συντριπτικής πλειονότητας των αναφορών αυτών, όπως προκύπτει από τον έλεγχο του καθ' ύλην αρμόδιου πειθαρχικού οργάνου (Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Επιθεώρησης), έχει ως αποτέλεσμα τη αρχειοθέτησή τους.

Οφείλουμε, επιπροσθέτως, να επισημάνουμε ότι πολλοί εκ των αυτοαναγορευθέντων ως υπερασπιστών της δικαστικής ανεξαρτησίας επιχειρούν να την πλήξουν, εκφέροντες στις τηλεοπτικές κάμερες, που τους αναμένουν έξω από τις δικαστικές αίθουσες ή τα ανακριτικά γραφεία, αλλά και σε τηλεοπτικές εκπομπές, κρίσεις, επικρίσεις και απαξιωτικά σχόλια για δικαστικές ενέργειες ή εισαγγελικές προτάσεις, ενόσω, μάλιστα, διαρκεί η δίκη ή η ανακριτική διαδικασία, υποτιμώντας τη θέση, την ακεραιότητα, την επάρκεια και την προσωπικότητα δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, επιδιώκοντας τη χειραγώγησή τους. Συχνά, άλλωστε, γινόμαστε μάρτυρες προσβλητικών, μειωτικών ακόμη και υβριστικών συμπεριφορών συνηγόρων σε βάρος δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών, κατά τη διάρκεια δικών.

Περαιτέρω, για την αποκατάσταση των ισχυόντων, οφείλουμε να ενημερώσουμε τους μη γνωρίζοντες και να υπενθυμίσουμε στους επαΐοντες τα ακόλουθα: Βασικές αρχές του Κράτους Δικαίου αποτελούν η προστασία της ελευθερίας της ουσιαστικής κρίσης κάθε δικαστή και εισαγγελέα, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ανεξαρτήτως βαθμού και η συνδυαζόμενη με αυτή αρχή της προστασίας του πολίτη από την αυθαίρετη κρίση. Για την προστασία των αρχών αυτών έχει θεσπισθεί από το Σύνταγμα και τον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών η διενέργεια πειθαρχικών διαδικασιών, αποκλειστικά και μόνο από τα αρμόδια προς τούτο όργανα, με σκοπό την ενίσχυση του αισθήματος ανεξαρτησίας, που πρέπει να έχει κάθε δικαστικός και εισαγγελικός λειτουργός και την εδραίωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς αυτούς. Από άποψη διαδικασίας στο πειθαρχικό δίκαιο προβλέπεται το στάδιο της προκαταρτικής πειθαρχικής εξέτασης και εφόσον, στη συνέχεια, κριθεί σκόπιμη η άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, διενεργείται έλεγχος αν η ελευθέρως διατυπωθείσα γνώμη του δικαστικού και εισαγγελικού λειτουργού εκφεύγει των ακροτάτων ορίων της διακριτικής ευχέρειας αυτών (Ολ.Α.Π. 9/2015), έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται από τον νόμο και την υπαγωγή σε αυτόν των αποδειχθέντων.

Όσοι αμφισβητούν τη θέση αυτή, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, επιχειρούν να καλλιεργήσουν τεχνητά τη δυσπιστία στους πολίτες για την αποτελεσματικότητα του συστήματος απονομής της Δικαιοσύνης στη Χώρα μας».