Ο "Εξηνταβελόνης" του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας κερδίσει τις εντυπώσεις και ήδη έχει αγαπηθεί από το κοινό, χαρίζοντας άφθονο γέλιο. Οι ηθοποιοί, ο καθένας με τον δικό του ρόλο έχουν συμβάλει σημαντικά σε αυτό, καθώς οι ερμηνείες όλων είναι κατά γενική ομολογία καταπληκτικές.

Η Βάλια Τζιτζικάκη, μια από τις ανερχόμενες ηθοποιούς της γενιάς της ήρθε στην Πάτρα αποκλειστικά για αυτή την παράσταση, έχοντας τον ρόλο της Χαρίκλειας , κάνοντας άπαντες να μιλούν για το ταλέντο της.

Από την Πάτρα, πριν από τον "Εξηνταβελόνη", δεν γνώριζε και τόσα πολλά πράγματα. Όμως οι πρώτες της εντυπώσεις θεατρικά για την Πάτρα, είναι αρκετά θετικές. «Γίνονται ενδιαφέρονται και δημιουργικά πράγματα εδώ» αναφέρει στο patrasevents.gr.

Τι είναι αυτό που σας έκανε να δεχθείτε την συμμετοχή σας σε μια παράσταση ενός περιφερειακού θεάτρου όπως είναι αυτό της Πάτρας;

Κατά την γνώμη μου, τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ) αναδεικνύουν μεγάλη πολιτιστική προσφορά ανά τα χρόνια και πιστεύω πως το έργο τους θα πρέπει να υποστηρίζεται περισσότερο τόσο από εμάς ως καλλιτέχνες όσο και από την πολιτεία.

Σε προσωπικό επίπεδο, θεωρώ ότι το επάγγελμά μου μού προφέρει την δυνατότητα να αλλάζω έδρες και να μπορώ να ‘’εξερευνώ’’  άλλους τόπους -θεατρικούς και μη-, είχα ακούσει και καλά λόγια για το ΔΗΠΕΘΕ της Πάτρας από συναδέλφους, οπότε είπα: «γιατί όχι;».


Πώς βρίσκεται θεατρικά την πόλη μας και το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. της; Είχατε και νωρίτερα κάποια επαφή με εδώ;

Πριν την συμμετοχή μου στην συγκεκριμένη παράσταση δεν είχα ξανά συνεργαστεί με το ΔΗΠΕΘΕ. Η μόνη μου επαφή ήταν κάποιοι καθηγητές μου που δίδασκαν και στην Δραματική σχολή εδώ. Μάλιστα, στην Πάτρα είχα ξαναέρθει δύο φορές όλες κι όλες. Γενικά, αυτό που έχω καταλάβει είναι πως θεατρικά εδώ είστε όλοι μια παρέα. Γίνονται πολύ ενδιαφέροντα και δημιουργικά πράγματα.

Μπορεί να μην υπάρχει η τεράστια ποικιλία της Αθήνας όμως όσες πολιτιστικές εκδηλώσεις έχω παρακολουθήσει είναι πολύ προσεγμένες και φτιαγμένες με μεράκι, κάτι που στο χάος της Αθήνας συχνά λησμονείται.

Πρόσφατα πληροφορήθηκα και για την διάκριση της Δραματικής Σχολής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ στο Tbilisi International Student Theater Festival που πήρε το βραβείο του BEST ENSEMBLE, με την παράσταση  «digging BECKETT Dig! Dig!! Dig!!!», σε διδασκαλία και σκηνοθεσία Γιώργου Ζαμπουλάκη και πολύ με χαροποίησε.

Ο Εξηνταβελόνης λένε ότι είναι έργο διαχρονικό και επίκαιρο. Ποιο είναι το στοιχείο της διαχρονικότητας του και τι είναι αυτό που το κάνει επίκαιρο;

Ο Εξηνταβελόνης αντιπροσωπεύει μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από τον εγωισμό και την φιλαργυρία. Φιλαργυρία με την έννοια της απληστίας θα προσθέσω εγώ. Έχουμε πράγματα και ζητάμε ακόμα παραπάνω. Καταλήγουμε να υπηρετούμε εμείς τα υλικά αγαθά αντί να υπηρετούν αυτά εμάς.

Σε μία τέτοια κοινωνία κυριαρχεί το συμφέρον έναντι -και πολλές φορές εις βάρος- του διπλανού μας και η σύναψη σχέσεων με μόνο γνώμονα το κέρδος. 

Αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν, είναι και θα είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Το κείμενο μιλάει γι’ αυτά, τα υπερτονίζει και τα καυτηριάζει, όπως μόνο μία καλή κωμωδία μπορεί,  δείχνοντας όμως παράλληλα την ύπαρξή τους στον καθένα και την καθεμία μας. Γι’ αυτό και δεν θα σταματήσει ποτέ να είναι επίκαιρο.


Είναι ελάττωμα να είναι κάποιος τσιγκούνης; Γιατί βλέπετε μετά από την οικονομική κρίση ο χαρακτηρισμός αυτός θα λέγαμε ότι εξιλεώθηκε και πήγε να γίνει πλεονέκτημα;

Για μένα, τσιγκούνης μπορεί να είναι κάποιος με δύο τρόπους. Με την κυριολεκτική έννοια του όρου, δηλαδή αυτός που δε θέλει να ξοδεύει καθόλου τα χρήματά του και με την μεταφορική έννοια, δηλαδή αυτός που δεν προσφέρει τίποτα σε ψυχικό επίπεδο.

Αν και δεν μου αρέσει να μιλάω με ταμπέλες, σίγουρα ο τσιγκούνης με την δεύτερη έννοια είναι πολύ χειρότερος. Οπότε ναι, ένας άνθρωπος φειδωλός τόσο στην τσέπη του όσο και στα συναισθήματά του, σίγουρα θα αντιμετωπίσει και ο ίδιος προβλήματα στις διαπροσωπικές του σχέσεις αλλά και όσοι συναναστρέφονται μαζί του.

Ένα ελάττωμα μπορεί σε μία άλλη περίσταση να διαστρεβλωθεί και να θεωρείται πλεονέκτημα. Μετά από την οικονομική κρίση ο κόσμος φοβήθηκε, οπότε λογικό είναι να άρχισε να «μαζεύει» τα έξοδά του. Για να δικαιολογήσει αυτήν την συμπεριφορά του, έδωσε τον χαρακτηρισμό του προτερήματος. Γενικά, έχουμε την τάση να περνάμε από το ένα άκρο στο άλλο. Νομίζω η αλήθεια είναι κάπου στην μέση, κάπου στο «παν μέτρον άριστον».

Πείτε μας λίγο για τον δικό σας ρόλο. Έχετε κοινά στοιχεία ως χαρακτήρας με αυτόν τον ρόλο και ποια είναι αυτά;

Ο δικός μου ο ρόλος είναι μία νέα κοπέλα, η Χαρίκλεια, που την προξενεύουν με τον Εξηνταβελόνη όμως εκείνη είναι ήδη ερωτευμένη με τον γιο του.

Είναι μία νέα που προσπαθεί να επιβιώσει στην  πλούσια Σμύρνη του 19ου αιώνα. Αυτή η κοπέλα, κόντρα στις αξίες του συμφέροντος και του οικονομικού κέρδους, βάζει την αγάπη. Πιστεύει στο ιδανικό της ρομαντικής αγάπης, ερωτεύεται βαθιά και αφήνει να καθορίζεται από αυτό. Εκεί, είναι που μάλλον συμφωνούμε με την Χαρίκλεια.

Από ποια οπτική γωνία βλέπει το έργο η σκηνοθεσία του Χρήστου Στρέπκου και γενικότερα η παράσταση;

Ο Χρήστος αρχικά έκανε μια διασκευή του κειμένου, ώστε αυτό να γίνει πιο κατανοητό από το σημερινό κοινό, κυρίως λόγω της ιδιωματικής του γλώσσας. Στην σκηνοθεσία, επέλεξε μια πιο κινηματογραφική θα έλεγα, προσέγγιση του έργου.

Μαζί με τον εξαιρετικό σκηνογράφο και ενδυματολόγο μας, Κέννυ ΜακΛέλαν, έφτιαξαν μια στενή εξέδρα που προσφέρει ένα βαθύ εύρος πεδίου κι επιτρέπει πίσω της να γίνονται παράλληλες δράσεις,  έτσι ώστε να βρισκόμαστε και οι 5 ηθοποιοί καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης επί σκηνής. 

Χρησιμοποιήσαμε επίσης αρκετά commedia del arte, στην οποία μας εκπαίδευσε ο υπέροχος χορογράφος μας Καμίλο Μπεντανκόρ και γενικά διατηρήθηκε το στοιχείο εκείνης της εποχής απλά το φέραμε λίγο πιο κοντά σε εμάς. Όλη η παράσταση επικεντρώνεται στην προσπάθεια της νέας γενιάς να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, κόντρα στην κοινωνία που αντιπροσωπεύει ο Εξηνταβελόνης. 

Θα πάτε γειτονιές και σε χωριά να παίξετε. Κάτι σαν τα παλιά μπουλούκια. Πώς νιώθετε για αυτό και αν σας έχει αγκαλιάσει έως τώρα το πατρινό κοινό;

Αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους που ήθελα να συμμετάσχω σε αυτήν την παράσταση. Θεωρώ πολύ σπουδαίο τον θεσμό του Άρματος και εξαιρετικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι παίζουμε σε ανθρώπους που δεν έχουν την δυνατότητα να πάνε σε ένα μεγάλο θέατρο και να δουν μία παράσταση.

Με την πάροδο των παραστάσεων καταλαβαίνω πως αυτό το κοινό είναι πιο «αγνό», πιο αυθόρμητο, γελάει με την καρδιά του, απαντάει, συμμετέχει ενεργά. Έως τώρα το πατρινό κοινό, μας έχει αγκαλιάσει μεταφορικά και κυριολεκτικά. Και είμαστε πολύ ευγνώμονες γι αυτό.