Αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού των αυξήσεων στις συντάξεις των ασφαλισμένων.

Από το μέτρο αυτό αναμένεται να είναι κερδισμένες οι νέες γενιές συνταξιούχων από το 2025 και µετά δεδομένου ότι πλέον οι ετήσιες αυξήσεις θα υπολογίζονται µε βάση τον ∆είκτη Μεταβολής Μισθών για το σύνολο της οικονομίας και όχι µόνο από τον πληθωρισμό. Σημειώνεται δε πως ο ∆είκτης Μεταβολής Μισθών θα δείχνει πόση ήταν η αύξηση του µέσου µισθού για το σύνολο της οικονομίας κάθε χρόνο από το 2002 και µετά, και κατά την ετήσια µμεταβολή του θα αναπροσαρμόζονται ανάλογα οι συντάξιμές αποδοχές των ασφαλισμένων.

Υπενθυμίζεται πως για το θέμα αυτό μίλησε πρόσφατα και ο υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης, Πάνος Τσακλόγλου. Όπως είπε, το επόμενο διάστημα αναμένεται να συγκροτηθεί η αρµόδια επιτροπή για την κατασκευή του δείκτη µισθών που προβλέπει η νομοθεσία (νόµος Βρούτση). Η επιτροπή θα ελέγχει κάθε χρόνο τη µμεταβολή των µισθών από το 2002 και µετά, µε συνέπεια από το αποτέλεσμα που θα προκύπτει να κρίνεται εάν οι νέες συντάξεις θα είναι υψηλότερες ή χαµηλότερες από τις τωρινές. Το νέο µμοντέλο θα δημιουργήσει εκ των πραγµάτων δύο ταχύτητες στις µεταβολές των συντάξεων, δεδομένου ότι δεν θα έχει επίδραση στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις και όσες εκδοθούν το 2024, οι οποίες θα συνεχίσουν να αυξάνονται κατά το ποσοστό του ∆είκτη Τιµών Καταναλωτή, αλλά θα επηρεάζει το ύψος των νέων συντάξεων που θα προκύψουν από το 2025 και µετά, όπως διευκρίνισε ο κ. Τσακλόγλου.
Οι ωφελούμενοι

Σύμφωνα με την εφημερίδα “Απογευματινή” ωφελημένοι θα είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι εργαζόμενοι στα Σώματα Ασφαλείας, από το νέο µισθολόγιο, αλλά και οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα που υπογράφουν κλαδικές συβάσεις. Σύμφωνα µε τον νόμο, οι υπάλληλοι και λειτουργοί του ∆ηµοσίου καθώς και οι στρατιωτικοί, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμά σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά µμεταβίβαση, σύμφωνα µε τις οικείες διατάξεις δικαιούνται ανταποδοτικό µέρος σύνταξης, που προκύπτει µε βάση τις συντάξιμές αποδοχές, τον χρόνο ασφάλισης και τα κατ’ έτος ποσοστά αναπλήρωσης. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού µέρους της σύνταξης λαμβάνεται υπόψη ο µέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές ισχύουν κατά περίπτωση µε βάση τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου, που προκύπτει από το ασφαλιστικό έτος 2002 και έως την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου ή του λειτουργού του ∆ηµοσίου ή του στρατιωτικού.

Για συντάξεις µε έναρξη καταβολής από την 1/1/2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος), τουλάχιστον 10 ετών από την 1/1/2002 µέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου ή λειτουργού του ∆ηµοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισµό των συντάξιµων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιµος) και κατά το πριν από την 1/1/2002 χρονικό διάστηµα και µέχρι τη συµπλήρωση έως 10 ετών ασφάλισης. Ουσιαστικά η προσαύξηση των συντάξιµων αποδοχών για το διάστημα από το 2025 και εφεξής διενεργείται µε βάση τον ∆είκτη Μεταβολής Μισθών, που υπολογίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ.