Προηγήθηκε το ψήφισμα - κόλαφος, που ενέκρινε το Ευρωκοινοβούλιο, το οποίο κατακεραυνώνει τη θλιβερή κατάσταση του κράτους δικαίου στη χώρα μας, μετά από πέντε χρόνια θεσμικής κατάπτωσης.

Παρά τις παρασκηνιακές απόπειρες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος να καλύψει την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, το Ευρωκοινοβούλιο καταδίκασε απερίφραστα τις πρακτικές της ελληνικής κυβέρνησης, οι οποίες αντιτίθενται σε θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πλήττουν την πολιτική και θεσμική αξιοπρέπεια της χώρας μας.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, τώρα αποκαλύπτεται ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξετάζουν το ενδεχόμενο απάτης για τη χορήγηση κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με δημοσίευμα του έγκυρου περιοδικού Politico, υπό έρευνα βρίσκονται 10 ελληνικές εταιρείες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τους χορηγήθηκαν ευρωπαϊκά κονδύλια ύψους 2,5 δισ. ευρώ.

Στο πλαίσιο αυτό, έγινε έφοδος της Επιτροπής Ανταγωνισμού στα γραφεία των εταιρειών τον προηγούμενο μήνα, ενώ έρευνα έχει ξεκινήσει και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η έρευνα επικεντρώνεται σε διαδικασίες δημόσιων διαγωνισμών, κατά τις οποίες οι εν λόγω εταιρείες φέρεται να συμπράττουν για να αποφύγουν περισσότερες από μία από αυτές να ανταγωνίζονται για την ίδια σύμβαση – περιορίζοντας έτσι τον αριθμό των εταιρειών που επωφελήθηκαν. Αυτό μπορεί να αύξησε τα τέλη που θα μπορούσαν να χρεώσουν, εμποδίζοντας τελικά τους Έλληνες φορολογούμενους να καρπωθούν πλήρως τα οφέλη από τα χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με έργα ύψους 35,95 δισεκατομμυρίων ευρώ, η Ελλάδα είναι ένας από τους κύριους δικαιούχους του Ταμείου με μεγάλο μέρος των κονδυλίων να αφορούν τον ψηφιακό μετασχηματισμό της χώρας. Μέχρι σήμερα, περίπου 600 ψηφιακά έργα αξίας άνω των 2,5 δισ. ευρώ έχουν δημοπρατηθεί και συναφθεί συμβάσεις, σύμφωνα με στοιχεία του Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η Επιτροπή Ανταγωνισμού διερευνούν πώς κατακυρώθηκαν αυτά τα έργα.

Σε σχετική ανακοίνωσή της, η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού ανέφερε ότι εξετάζει εάν υπάρχει παραβίαση της συνθήκης της ΕΕ που «απαγορεύει αντιανταγωνιστικές συμφωνίες και αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων που εμποδίζουν, περιορίζουν ή νοθεύουν τον ανταγωνισμό, μονομερείς πρακτικές που συνιστούν πρόσκληση για συμπαιγνία ή μελλοντική ανακοινώσεις τιμών σε ανταγωνιστές και κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης». 

Δίνουν κι παίρνουν οι απευθείας αναθέσεις

Καθόλου τυχαία, επί των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας, οι απευθείας αναθέσεις στις δημόσιες συμβάσεις κερδίζουν όλο και περισσότερο έδαφος, παρά τις επικρίσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου αλλά και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων (ΑΑΔΗΣΥ).

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ», τα στοιχεία του Κεντρικού Ηλεκτρονικού Μητρώου Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ) για το σύνολο του 2023 είναι συντριπτικά: από το σύνολο 252.799 συμβάσεων που υπογράφηκαν το προηγούμενο έτος, οι 184.757 ήταν με απευθείας ανάθεση.

Δηλαδή περισσότερες από 7 στις 10 συμβάσεις, ή το 73%, δόθηκαν με απευθείας ανάθεση. Πρόκειται για ρεκόρ εποχών, καθώς έως και το 2022 το ποσοστό των συμβάσεων με απευθείας ανάθεση δεν ξεπερνούσε το 65%.

Παρόμοιο δημοσίευμα της εφημερίδας «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» αναφέρει ότι πάνω από τέσσερις στις δέκα δημόσιες συμβάσεις ανατίθενται ύστερα από διαδικασίες στις οποίες υπήρχε μόνο μία προσφορά.

Κι όλα αυτά, την ίδια ώρα που ευρέα στρώματα της κοινωνίας αγωνίζονται υπό αντίξοες συνθήκες να επιβιώσουν, έχοντας να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που ακολουθεί με προσήλωση η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίες επικεντρώνονται μεταξύ άλλων  στην ακρίβεια, στη στεγαστική κρίση και στο έλλειμμα ασφάλειας.

Πρόκειται δε για μια ακόμη τρανή επιβεβαίωση ότι οι κυβερνώντες είναι υπηρέτες των λίγων, των ισχυρών επιχειρηματικών συμφερόντων, και όχι των πολλών, του δοκιμαζόμενου ελληνικού λαού.