Eίναι θετικό ότι η μεγάλη πλειονότητα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων έχουν ή σκοπεύουν να αποκτήσουν εξαγωγική δραστηριότητα και εμφανίζονται πιο εξωστρεφείς από τις πολύ μικρές αναφέρει μεταξύ άλλων η έρευνα με τίτλο «Παλμός ελληνικής επιχειρηματικότητας» που έγινε από τον ΕΒΕΑ σε συνεργασία με τη Deloitte.

Σε αυτό το πλαίσιο, περίπου 2 στις 3 εξαγωγικές επιχειρήσεις εξάγουν σε 1-10 αγορές σήμερα. Σε επίπεδο κλάδου, ιδιαίτερα αναπτυγμένη εξαγωγική δραστηριότητα ή πρόθεση για απόκτησή της, έχουν οι επιχειρήσεις των κλάδων του χονδρικού εμπορίου και της μεταποίησης, ενώ οι περισσότερες επιχειρήσεις στους κλάδους του λιανικού εμπορίου, των κατασκευών, των υπηρεσιών, των ΤΠΕ, δεν έχουν ή δε σκοπεύουν να αποκτήσουν εξαγωγική δραστηριότητα. Ως προς τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις σχετικά με την ανάπτυξη της εξαγωγικής τους δραστηριότητας, εκείνα απορρέουν από κρίσεις και αναταράξεις στη διεθνή σκηνή (43%), την έλλειψη κατάλληλα καταρτισμένου προσωπικού (37%) και τη δυσκολία αξιοποίησης πιθανών ευκαιριών (36%). Ωστόσο, είναι ιδιαίτερα θετικό ότι περίπου το 70% των επιχειρήσεων διαβλέπουν σταθερότητα και ελαφριά ενίσχυση της εξαγωγικής τους δραστηριότητας, κατά το προσεχές διάστημα. Είναι αξιοσημείωτο ότι η πλειονότητα των μεσαίων επιχειρήσεων (~60%) δηλώνει ότι θα επέλθει ελαφριά ενίσχυση των εξαγωγών τους.
Tι άλλο δείχνουν τα στοιχεία της έρευνας

Επίσης τα ίδια αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν μεταξύ άλλων τα εξής:
Ψηφιακή και πράσινη μετάβαση

Αναφορικά με την ψηφιακή μετάβαση, για περισσότερες από 4 στις 5 επιχειρήσεις, αυτή θεωρείται πολύ σημαντική για την εξασφάλιση ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος και περισσότερες από 3 στις 5 δηλώνουν ότι διαθέτουν – σε ικανοποιητικό βαθμό – την απαραίτητη τεχνογνωσία για συναφή θέματα. Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι ο βαθμός σημαντικότητας του ψηφιακού μετασχηματισμού εμφανίζεται ανάλογος του μεγέθους της επιχείρησης – οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις φαίνεται να συγκαταλέγουν την ψηφιακή μετάβαση μεταξύ των πλέον κυριαρχικών στρατηγικών τους, ενώ οι μικρότερες φαίνεται να αναγνωρίζουν σε μικρότερο βαθμό τα οφέλη της ψηφιακής ωριμότητας. Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι μικροί επιχειρηματίες δεν επενδύουν τόσο εύκολα σε έργα με τα οποία δεν είναι εξοικειωμένοι, γεγονός που συνδέεται με την έλλειψη ψηφιακών δεξιοτήτων των στελεχών και εργαζομένων σε αυτές τις επιχειρήσεις.

Σχετικά με την πράσινη μετάβαση, τομέας που είναι μείζονος σημασίας για περίπου το 60% των επιχειρήσεων, αξιοσημείωτο είναι ότι το 55% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι δεν διαθέτει την απαραίτητη τεχνογνωσία σχετικά με το θέμα, σε ικανοποιητικό βαθμό. Ιδίως οι πολύ μικρές επιχειρήσεις έχουν πολύ πιο περιορισμένη τεχνογνωσία σε θέματα πράσινης μετάβασης. Ως εκ τούτου, φαίνεται πως οι περισσότερες εξ αυτών αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες κατά τη μετάβασή τους σε πιο βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα.

Όσον αφορά στην επάρκεια των υφιστάμενων κινήτρων για ψηφιακές και πράσινες επενδύσεις, η πλειονότητα των επιχειρήσεων και ιδίως των πολύ μικρών, δεν είναι πολύ ικανοποιημένες. Πιο συγκεκριμένα, 8 στις 10 πολύ μικρές επιχειρήσεις δεν θεωρούν επαρκή τα κίνητρα που σχετίζονται με τις πράσινες και Ε/ΤΥΠΟ.1710-01 ψηφιακές επενδύσεις. Συνεπώς, και με δεδομένο ότι υπάρχει διαθέσιμη πληθώρα τέτοιων κινήτρων, γίνεται σαφής η ανάγκη για ενίσχυση των σχετικών δράσεων διάχυσης και επικοινωνίας.
Προτάσεις για την ενίσχυση της ελληνικής επιχειρηματικότητας

Στο πλαίσιο της έρευνας, οι εταιρείες κλήθηκαν να παραθέσουν τις προτάσεις τους για την ενίσχυση της ελληνικής επιχειρηματικότητας, από τις οποίες προέκυψε ως κύρια ανάγκη των ερωτηθέντων, η μείωση της γραφειοκρατίας, ο εξορθολογισμός της φορολογίας, η αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων και η σταθεροποίηση του νομικού πλαισίου. Άλλωστε, η συμμόρφωση με κανονισμούς και διοικητικές διατυπώσεις επηρεάζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις περισσότερο από τις μεγάλες λόγω των περιορισμένων οικονομικών και ανθρώπινων πόρων τους. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά μέσο όρο, μια μεγάλη εταιρεία δαπανά 1 ευρώ ανά εργαζόμενο για να συμμορφωθεί με το ρυθμιστικό πλαίσιο, μια μεσαία επιχείρηση ξοδεύει περίπου 4 ευρώ και μια μικρή επιχείρηση δαπανά έως και 10 ευρώ 2 .

Επιπλέον, η ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση / τραπεζικό δανεισμό και η μείωση του κόστους χρηματοδότησης αναδεικνύονται σε εξίσου καθοριστικούς παράγοντες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Παρατηρείται η ανάγκη, επίσης, για περισσότερες δυνατότητες ένταξης των επιχειρήσεων σε προγράμματα ανάπτυξης είτε για ψηφιακό επιχειρείν είτε για πράσινη μετάβαση, έτσι ώστε να συντείνουν στην επίτευξη του μηδενικού περιβαλλοντικού αποτυπώματός τους στο μέλλον.
Εν κατακλείδι

Όπως προκύπτει από την έρευνα, τα κύρια συμπεράσματα μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

Ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων έχουν ή σκοπεύουν να αποκτήσουν εξαγωγική δραστηριότητα, η οποία, προϊόντος του χρόνου, προβλέπεται είτε να διατηρηθεί στα ίδια επίπεδα είτε να αυξηθεί σε ένα βαθμό για τις περισσότερες επιχειρήσεις
Φαίνεται πως οι επιχειρήσεις δεν έχουν ενστερνιστεί τα δυνητικά οφέλη από την πράσινη μετάβαση στον ίδιο βαθμό που τα αναγνωρίζουν για την ψηφιακή μετάβαση. Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δεν διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία σχετικά με θέματα πράσινης μετάβασης. Αντιθέτως ο ψηφιακός μετασχηματισμός αναγνωρίζεται ως σημαντική πηγή ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος

Δεδομένου ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν σημαντικό πυλώνα της ελληνικής παραγωγικής διαδικασίας και έχουν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας, είναι ιδιαίτερα καθοριστικός ο ρόλος της Πολιτείας για την εξασφάλιση ενός ευμενούς περιβάλλοντος για τη συνεχή και απρόσκοπτη ανάπτυξή τους.