Στη Σύμη, ένα από τα ωραιότερα νησιά του Αιγαίου, εκεί που πολύχρωμα νεοκλασικά σπίτια στέκονται αμφιθεατρικά, ατενίζοντας μπλε αποχρώσεις, ταξίδεψε η αρθρογράφος Άντζελα Λοκατέλι.

Η αρθρογράφος του National Geographic αναδεικνύει τη Σύμη ως έναν νέο προορισμό πεζοπορίας, καθώς περπάτησε σε δρομάκια του νησιού και γνώρισε φιλόξενους και χαμογελαστούς κατοίκους.
Το National Geographic ταξιδεύει στη Σύμη

«Νεοκλασικά σπίτια αγκαλιάζουν τον αμφιθεατρικό της κόλπο, βαμμένα ώχρα και καστανόξανθα με μπλε πινελιές. Αυτή η αρχιτεκτονική είναι το σήμα κατατεθέν της Σύμης - το πρώτο πράγμα που παρατηρούν οι επισκέπτες από τα πλοία και η εικόνα που πιθανότατα θα πάρουν σε καρτ ποστάλ. Αλλά εγώ είμαι εδώ για πεζοπορία και, όπως αποδεικνύεται, οι ευκαιρίες ξεκινούν ακριβώς από το κέντρο της πόλης», γράφει η Λοκατέλι.

Η αρθρογράφος συστήνει στους αναγνώστες της τον Βαλάντη, ο οποίος εργάζεται σε ένα από τα ξενοδοχεία του νησιού. Η διαδρομή της περνά μέσα από την Καλή Στράτα στο Χωριό και έπειτα συνεχίζουν ψηλότερα μέσα από ήσυχα σοκάκια. «Φτάνουμε στο Κάστρο, τα απομεινάρια ενός φρουρίου του 14ου αιώνα - που τώρα είναι κάτι περισσότερο από ένα σημείο με θέα».

Πίσω στον Γιαλό, μέσα από ένα μονοπάτι αιώνων, το οποίο διάβαιναν γαϊδουράκια τα οποία μετέφεραν φορτία. Ωστόσο, τώρα περνούν ποδήλατα και αυτοκίνητα. «Εκείνο το απόγευμα, οδηγούμε προς τη δυτική ακτή για να βρούμε ένα άλλο (μονοπάτι) δίπλα στο μοναστήρι του 18ου αιώνα του Μεγάλου Σωτήρη. Κάποτε εγκαταλελειμμένο, ξαναζωντανεύει από τον Μανώλη Πετρίδη, έναν πρώην σερβιτόρο που ανέλαβε τις επισκευές ως project», γράφει η Λοκατέλι.

Η συνέχεια βρίσκει την αρθρογράφο του National Geographic σε έναν χωματόδρομο μέσα σε δάσος. Στο συγκεκριμένο σημείο, όπως περιγράφει, «δεν υπάρχουν πινακίδες παρά μόνο σημάδια σε πέτρες, και καθώς δεν υπάρχουν διαθέσιμοι χάρτες μονοπατιών, οι ταξιδιώτες μπορεί να μην ξέρουν καν ότι υπάρχουν αυτά τα μονοπάτια. Ο Βαλάντης, λάτρης της πεζοπορίας, τα εντοπίζει με το smartwatch, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα βοηθήσει στη δημιουργία καλύτερης πρόσβασης».

Η Λοκατέλι γράφει: «Αυτό ήταν κάποτε η σύνδεση μεταξύ της πόλης της Σύμης και του μοναστηριού στον Πανορμίτη, στα νότια. Γαϊδουράκια το περπατούσαν μεταφέροντας υλικά, οι πιστοί το έκαναν -μια απότομη, δύσκολη διαδρομή- για να δείξουν την αφοσίωσή τους. Όταν τη δεκαετία του 1960 ασφαλτοστρώθηκε ένας δρόμος σε όλο το μήκος του νησιού, το προσκύνημα μειώθηκε από τέσσερις ώρες σε 30 λεπτά».
«Η κοινότητα της Σύμης μπορεί να κάνει τα δικά της θαύματα και αυτό είναι ευλογία από μόνο του»

Φτάνουν στον Πανορμίτη, μέσω του ασφαλτοστρωμένου δρόμου και μπαίνουν στην Ιερά Μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, όπου συρρέουν πιστοί. Τελευταία στάση το καφενείο του Πανορμίτη, όπου συναντούν τον ιδιοκτήτη και αντίδημαρχο Σύμης, Μιχάλη Ταουσέλη. Εκεί, η Λοκατέλι ακούει τον Βαλάντη να της εξιστορεί ότι έχει βρει μήνυμα σε ένα μπουκάλι το οποίο ζητούσε σε όποιον τον έβρισκε να ανάψει τρία κεριά εκεί. «Έχουν γίνει πολλά θαύματα εδώ», της λέει.

Η αρθρογράφος κλείνει το αφιέρωμα της στη Σύμη, γράφοντας ότι «η κοινότητα του νησιού μπορεί να κάνει τα δικά της θαύματα και αυτό είναι ευλογία από μόνο του».