O Πύρρος Δήμας παραχώρησε συνέντευξή στην εκπομπή «The 2Night Show» και μίλησε στον Γρηγόρη Αρναούτογλου για τα χρόνια που έζησε στη Χιμάρα, την άφιξή του στην Ελλάδα και την απόφασή του να ασχοληθεί με την άρση βαρών.

Στην αρχή της συζήτησης, αναφέρθηκε και στην εγκυμονούσα σύζυγό του, Αφροδίτη Σκαφίδα και τα υπόλοιπα παιδιά του: «Περιμένουμε κοριτσάκι, η κοράκλα μου! Θα έπαιρνα άδεια λεωφορείου αλλά τα μεγάλα έφυγαν, οπότε… Εγώ έκανα το χρέος προς την πατρίδα! Η μεγάλη μου κόρη είναι εδώ, ο Βίκτωρας και η Μαρία είναι Αμερική σπουδάζουν και ο Νικόλας είναι εδώ. Όλοι κάνουν αθλητισμό, τον έχουν κάνει τρόπο ζωής. Αν ήθελε κάποιος να ασχοληθεί με τον πρωταθλητισμό θα τον στήριζα. Τα πρώτα χρόνια οι γονείς μου ήταν “χορηγοί”, να είναι καλά! Στην άρση βαρών πλέον στέλνουμε τα παιδιά στο εξωτερικό σαν Ομοσπονδία, προσπαθούμε να βοηθήσουμε τα σωματεία και τα παιδιά μας αλλά πρέπει να κάνουμε περισσότερα».

Ο Πύρρος Δήμας μίλησε αναλυτικά στη συνέχεια για τα πρώτα χρόνια της ζωής και τις δυσκολίες που πέρασε μεγαλώνοντας:
«Γεννήθηκα το 1971 στη Χιμάρα. Μια χώρα με Χότζα, καθεστώς πολύ κλειστό, σε ένα σπίτι με τη γιαγιά μου έμενα τότε. Οι γονείς μου ήταν στα Τίρανα με τον αδελφό μου τον μεγάλο. Μέχρι τα έξι μου χρόνια έμενα στη Χιμάρα και πήγα στα Τίρανα μετά. Μιλούσαμε μόνο ελληνικά! Με βάφτισε κλειστά η γιαγιά μου γιατί είχε κλείσει η εκκλησία λόγω Χότζα. Και ξαναβαφτίστηκα δεύτερη φορά στην Ελλάδα για να έχω χαρτί να αποδείξω την βάπτισή μου. Μου έβαλε λάδι ο Γιάννης Σγουρός και πήγε καλά! Μεγάλωσα με δυσκολίες αλλά πολλή αγάπη. Η γιαγιά μου ήταν ολόκληρο Πανεπιστήμιο γιατί είχε χάσει τον άντρα της στον Ελληνοιταλικό πόλεμο. Μεγάλωσε μόνη της τέσσερα παιδιά!

Κάποια στιγμή πήγαινα στο σχολείο και μάθαινα ότι χτυπούσαν τον αδελφό μου και πήγαινα να πάρω την εκδίκησή μου. Κάποια στιγμή με είδε ένας προπονητής να κλέβω μούσμουλα και μου λέει “Θες να κάνεις άρση βαρών;”. Κάτι είδε σε εμένα, τα πόδια μου μάλλον. Ο Μπουγιάρ ήταν ωραίος άνθρωπος, καλός άνθρωπος και παιδαγωγός. Ο πατέρας μου από τότε δεν ξανά ήρθε στο σχολείο μου γιατί ήξερε ότι αν έπαιρνα κάτω από 8 δεν θα έκανα προπόνηση. Άρχισα να διαβάζω γιατί φοβόμουν μην με βγάλει από την προπόνηση. Παίζαμε ποδόσφαιρο στο σχολείο και κάποια στιγμή στα 13 μου και μου είπε ότι αυτά τα δύο δεν συμβαδίζουν και έπρεπε να αποφασίσω τι πρέπει να κάνω. Και εκεί πήρα την απόφαση να κάνω άρση βαρών!».

Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Έρχομαι στην Ελλάδα 19 χρονών, 7 Φεβρουαρίου του 1991. Ήταν τα δεύτερα γενέθλιά μου αυτά! Θυμάμαι ότι φεύγω από Τίρανα, πήγα Κακαβιά και ήρθα στη Νέα Σμύρνη. Είχα έρθει το ’88 με την αλβανική ομάδα. Την πρώτη φορά που ήρθα δεν κοιμήθηκα σε όλη την διαδρομή. Κοιτούσα και τα δέντρα και μου φαινόντουσαν τόσο ωραία. Σαν παιδί από τη Χειμάρρα βλέπαμε την Κέρκυρα, όταν βλέπαμε κανένα φως λέγαμε “πώς να είναι εκεί;”. Ήταν όλα στη φαντασία μας!

Μετά από χρόνια δεν έχεις κάτι να αποδείξεις! Νιώθεις την πίκρα αυτή, να νιώθεις Αλβανός στην Ελλάδα και Έλληνας στην Αλβανία και το συναίσθημα αυτό σε σκοτώνει. Τι να αποδείξω; Δυστυχώς η βλακεία είναι ανίκητη! Κάποια στιγμή στα 17 μου έχω παίξει σε αγώνες ανδρών και βγήκα δεύτερος. Έχω τσαντιστεί, κλαίω, έχω πέσει κάτω και λέω τα σταματάω όλα! Ευτυχώς είχα τον αδελφό μου που ήταν πολλή στήριξη! Αν δεν γινόμουν αθλητής, θα γινόμουν κηπουρός!».

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην πρώτη φορά που κατέκτησε το πρώτο χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αποκαλύπτοντας με χιούμορ πως εκείνη την ημέρα, έφαγε 36 παγωτά: «Το πρώτο χρυσό μετάλλιο το πήρα το 1992. Θυμάμαι στη Βαρκελώνη να λέω σε δημοσιογράφο ότι θα πάρω χρυσό. Όταν πήρα το μετάλλιο, όλοι πήγαν για ύπνο. Και εντελώς τυχαία έφαγα 36 παγωτά. Πήγαινα σε εστιατόριο και έπαιρνα ένα λεμόνι και ένα πράσινο μήλο. Δεν είχα ανάγκη να πάω σε ψυχολόγο. Μέσω του αθλητισμού, της προσπάθειας, το έχτισα αυτό. Πώς λειτουργώ, πώς αντιμετωπίζω την στραβή, πώς επανέρχομαι. Έφαγα τις σφαλιάρες μου, είχα τις αποτυχίες μου. Και όταν πήρα ένα χρυσό μετάλλιο τα ξέχασα όλα!».