Famagusta: Η Δέσποινα Μπεμπεδέλη, χειμαρρώδης και διεισδυτική, καταθέτει μνήμες και εμπειρίες, σε συνέντευξή της.

Δεν παραλείπει να τονίσει ότι η τουρκική εισβολή και κατοχή στην Κύπρο «είναι ένα έγκλημα στυγερό» και ότι «η μνήμη δεν έχει αδυνατίσει ούτε η πληγή έχει κλείσει».

«Το άδικο είναι ζόρικο πολύ» έχει γράψει η Μάρω Δούκα. Πόσο ζόρικο είναι το άδικο της εισβολής και κατοχής μισό αιώνα μετά;

Η τουρκική εισβολή και η κατοχή στην Κύπρο, με όλες τις μέχρι σήμερα συνέπειες, με νεκρούς, αγνοούμενους, εγκλωβισμένους, πρόσφυγες, το μοίρασμα της Νήσου στα δυο δεν είναι άδικο μόνο, είναι έγκλημα. Είναι ένα έγκλημα στυγερό ενάντια σε έναν λαό, αλλά δυστυχώς οι δολοφόνοι όχι μόνο δεν δικάστηκαν, όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά εξακολουθούν να κατέχουν τη μισή Κύπρο και να συνεχίζουν να προκαλούν και να απειλούν με μια πολύ σκληρή στάση.

Το Κυπριακό πρόβλημα επί 50 χρόνια τώρα βρίσκεται στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων με διάφορες κυβερνήσεις, με διαφορετικούς κάθε τόσο Ευρωπαίους και Αμερικανούς παράγοντες, αλλά όσο περνάν τα χρόνια η στάση της τουρκικής πλευράς, και λέω τουρκικής γιατί στην ουσία είναι η Άγκυρα που αποφασίζει, οι Τουρκοκύπριοι εδώ ηγέτες είναι φερέφωνα, αυτή η στάση γίνεται όλο και πιο σκληρή, όλο και πιο αδιάλλακτη και τώρα έχουμε φτάσει να ακούμε περί δύο κρατών και περί διχοτόμησης. Ξέρετε, ολόκληρη η περιοχή που έχει κατακτηθεί, από τον Πενταδάκτυλο μέχρι τη Λευκωσία που είναι μισή, όλα τα χωριά και οι πόλεις έχουν πια τούρκικα ονόματα, διαγράφηκαν τα ελληνικά. Χιλιάδες έποικοι έχουν εγκατασταθεί στα σπίτια των προσφύγων, καταπατήθηκαν οι περιουσίες των Ελληνοκυπρίων, πουλήθηκαν, το δημογραφικό έχει αλλοιωθεί τραγικά. Αυτή είναι η σημερινή πραγματικότητα. Πενήντα χρόνια μετά μια τραγωδία είναι εκεί και γίνεται όλο και χειρότερη.

Η μνήμη εξακολουθεί να είναι οδυνηρή ή ο χρόνος την έχει λειάνει;

Οι άνθρωποι που βίωσαν τον πόλεμο, εκείνοι που πολέμησαν κι εκείνοι που υπέστησαν τα δεινά και είναι ακόμα στη ζωή δεν ξεχνούν. Η μνήμη δεν έχει αδυνατίσει ούτε η πληγή έχει κλείσει. Αυτοί οι άνθρωποι αφηγούνται την πραγματική τους ιστορία και καταθέτουν την αλήθεια, γιατί τη βίωσαν. Αυτοί λοιπόν, οι πολεμιστές, οι γυναίκες, όπως η Χαρίτα Μάντολες και ακόμα μία άλλη σπουδαία γυναίκα, η Ελένη Φωκά, αφηγούνται και καταλαβαίνεις ότι επιθυμούν να παραμένει το θέμα πάντα ζωντανό, να συζητιέται, να είναι μέσα στο μυαλό όχι μόνο των παθόντων, αλλά όλου του κόσμου.

Οι πληγές δεν έχουν επουλωθεί, δεν αφήνουν να επουλωθούν οι πληγές. Όταν μπεις μέσα σε ένα σπίτι που έχει κλάψει νεκρούς και περιμένει ακόμα αγνοούμενους, αυτό το σπίτι είναι γεμάτο φωτογραφίες των χαμένων. Αυτές οι φωτογραφίες είναι η θύμηση. Εγώ δεν μπορώ να κάνω πολιτική ανάλυση. Είμαι μια πολίτης αυτής της Δημοκρατίας, βίωσα κι εγώ τα γεγονότα και βλέπω, νιώθω, αφουγκράζομαι τον παλμό για τον πόθο που έχει η πλειονότητα αυτών των ανθρώπων, Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους, να επανενωθεί η Κύπρος, απαιτούν να μάθουν τι έγιναν οι αγνοούμενοί τους. Η μνήμη είναι ζωντανή και αυτοί οι άνθρωποι τη συντηρούν και στις κατοπινές γενιές.

Τα νέα παιδιά στην Κύπρο ενδιαφέρονται γι’ αυτή την περίοδο;

Τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου η βασική διακόσμηση είναι οι φωτογραφίες των νεκρών και των αγνοουμένων, που βλέπουν τον πατέρα τους σε φωτογραφία γιατί ζωντανό δεν τον γνώρισαν ποτέ μαθαίνουν στο σπίτι τους την Ιστορία της Κύπρου. Η Ελένη ή η Μάντολες που έχει οργώσει τα σχολεία της Κύπρου έχει έρθει στην Ελλάδα, έχει πάει στην Αυστραλία, μιλάει για το Κυπριακό και την καταστροφή, ενημερώνει τα παιδιά. Και ξέρετε, ο λόγος του απλού ανθρώπου ακουμπάει πάνω στα παιδιά, όσα ακούνε χτυπάνε την καρδούλα τους.

Πώς αντιδρούν;

Ο,τι ακούν το ζωγραφίζουν με σκούρα χρώματα της θλίψης και του πένθους. Ζωγραφίζουν, επίσης, ζωγραφιές με λουλούδια και δέντρα όταν η κυρία Μάντολες, για παράδειγμα, περιγράφει πώς ήταν εκείνη η πατρίδα στον Βορρά, καταπράσινη, καταγαλάζια από τη θάλασσα. Γράφουν ποιηματάκια, γράφουν ιστορίες, τραγουδούν τραγούδια που τους μαθαίνουν για την πατρίδα τους. Αυτά τα παιδιά δεν ξεχνάνε. Δεν ξέρω τι γίνεται στα σχολεία, με ποιον τρόπο και αν διδάσκεται αυτή η φάση της Ιστορίας της Κύπρου, ξέρω μόνο ότι τα παιδιά όταν ακούσουν την πραγματική ιστορία συγκινούνται βαθιά και κλαίνε και ρωτάνε. Αναπτύσσεται η περιέργειά τους και θέλουν να μάθουν περισσότερα.

Εσείς πώς ζήσατε εκείνες τις ημέρες;

Στην εισβολή μάς ξύπνησαν τα αεροπλάνα που πέρασαν ξυστά πάνω από τα σπίτια μας στις 5 το πρωί. Κατευθύνονταν στον ραδιοφωνικό σταθμό για να τον βομβαρδίσουν και κατά λάθος ισοπέδωσαν έναν οίκο ευγηρίας. Έφυγε ο άντρας μου να πάει να πολεμήσει ως έφεδρος. Με άφησε με δυο μωρά και κατά τις 4 το απόγευμα τον είδα μπροστά μου. Δεν είχαν πάει ακόμα στο μέτωπο, δεν είχαν όπλα ούτε στολές είχαν να τους δώσουν να βάλουν. Ήπιε άφθονο νερό, διψούσε πολύ και μου είπε, γέμισέ μου μπουκάλια να πάω στους στρατιώτες γιατί είμαστε νηστικοί από το πρωί και χωρίς νερό. Του γέμισα πολλά μπουκάλια και θυμάμαι του έδωσα και ένα παγουράκι κόκκινο, που το έπαιρνε ο γιος μας στο νηπιαγωγείο. Το πήρε και μου είπε: «Αυτό θα είναι το φυλακτό μου, Δέσποινα». Περάσαν μέρες και βγήκε η φήμη ότι είχε σκοτωθεί. Εγώ ευτυχώς δεν το έμαθα, κατόπιν μου το είπανε, όταν πια τον είχα δει. Μια μέρα, ακούστε τι έγινε, καθώς καθόμουν με τα δυο μωρά στο σπίτι χτύπησε το τηλέφωνο και μου λέει μια άγνωστη φωνή ότι «ο άντρας σου είναι εκεί και να πάρεις τον αδελφό του να πάτε να τον βρείτε». Σαν την τρελή τηλεφώνησα στον κουνιάδο μου και πήγαμε. Και θυμάμαι έντυσα τον γιο μου, ήταν 6 χρονών, με μια κόκκινη φόρμα και ένα κόκκινο καπελάκι, γιατί ήταν το κοστουμάκι που άρεσε πολύ στον άντρα μου να βλέπει τον γιο του με τα κόκκινα. Φτάσαμε στο σημείο, ένα απέραντο κομμάτι κατάξερο, άσπρο το χώμα από την ξηρασία, ζέστη αφόρητη και ένα πλήθος στρατιωτών στο βάθος. Λέω του γιου μου, Θοδωρή, τρέχα στο χωράφι και θα σε δει ο μπαμπάς και θα ’ρθει. Άρχισε να τρέχει το παιδί και σε λίγο ένας στρατιώτης ξεχώρισε από το πλήθος κι άρχισε να τρέχει κι αυτός προς το παιδί. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη φωνή όταν φώναξε «Θοδωρή μου», το όνομά του γιου μας. Γύρισε πίσω στο σπίτι σώος, ευτυχώς. Αλλά ο τρόμος δεν περιγράφεται όλον αυτόν τον καιρό.

Στη δεύτερη εισβολή;

Οταν μπήκαν οι Τούρκοι μέσα στην Αμμόχωστο και την κατέλαβαν, έτσι, διά περιπάτου, ήταν τρόμος. Εμείς τουλάχιστον δεν κλάψαμε νεκρούς, δεν κλάψαμε αγνοούμενους, γιατί το δράμα των αγνοουμένων είναι απερίγραπτο. Περιμένουν οι άνθρωποι χρόνια να βρεθούν οστά των χαμένων τους, κι όταν βρίσκουν οστά, δεν τα βρίσκουν όλα, ένα μέρος από τον μηρό, μία κνήμη, δυο-τρία πλευρά κάποτε, καθόλου κεφάλι. Μακάβρια πράγματα. Όταν γίνονται κηδείες αγνοουμένων, το φέρετρο είναι ένα μικρό κουτάκι. Είναι τραγικό. Αυτά είναι τόσο σκληρά, που με τα λόγια δεν μπορείς να περιγράψεις το μέγεθος της θηριωδίας;, είπε η Δέσποινα Μπεμπεδέλη στην Αυγή.