Ο κυπριακός Ελληνισμός διέρχεται χαλεπούς καιρούς. Πέρα από τη συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή και την αδιάπτωτη απειλή κατά της εθνικής και βιολογικής επιβίωσής του, η κυπριακή κοινωνία βρίσκεται σε επικίνδυνη πορεία κατολίσθησης και αποσύνθεσης. Η οικογένεια διαρρηγνύεται. Οι ελληνικές αρχές και οι χριστιανικές αξίες, που στήριζαν τους Κύπριους, καταρρέουν υπό το βάρος και την πίεση ξενόφερτων μαϊμουδισμών. Η νεολαία δεν έχει πια σχεδόν καθόλου πρότυπα, αφού ο πολιτικαντισμός, η άθλια κομματοκρατία, η ευνοιοκρατία, η αχρηστοκρατία και η χρηματοκρατία διέλυσαν κάθε έρμα προσδοκίας για ένα καλύτερο μέλλον. Η Παιδεία οφείλει να είναι το γερό θεμέλιο, πάνω στο οποίο οι νέοι μας να στηριχτούν για να ανακαλύψουν ξανά την αγάπη προς τη δούλη πατρίδα. Και να εφοδιαστούν με εκείνες τις ελληνικές και χριστιανικές δυνάμεις για να ξαναγίνουν οι αγωνιστές της ελευθερίας της.

Στις 28/11/2023, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Γεώργιος, προσκλήθηκε και ήταν ο κύριος ομιλητής σε εκδήλωση της ΟΕΛΜΕΚ, για τα 70χρονα από την ίδρυσή της. Ο Μακαριότατος ενδιέτριψε σε μερικές πτυχές της Παιδείας. Σε μια, μεστή νοημάτων και ισχυρών μηνυμάτων, ομιλία, ανέλυσε τους σκοπούς και τους στόχους μιας ελληνοκεντρικής, ανθρωποκεντρικής Παιδείας σε μια περίοδο εισβολής της τεχνολογίας και κατίσχυσης ξένων «ινδαλμάτων». Αφού υπενθύμισε προς τους εκπαιδευτικούς ότι σκοπός της ίδρυσης της ΟΕΛΜΕΚ -το 1953- «είναι η προάσπισις της εθνικής Παιδείας του τόπου, εναντίον οιωνδήποτε επιβουλών», υπογράμμισε: «Η Παιδεία αποτελεί, στην πράξη, τον προγραμματισμό της Πολιτείας για το τι είδους κοινωνία θέλει να δημιουργήσει και κυρίως για το τι είδους πολίτη θέλει να πλάσει». Ο Μακαριότατος υπέδειξε ότι στόχος της Παιδείας είναι η προσφορά αγωγής στους νέους της Κύπρου. Και πρόσθεσε:

«Από την αγωγή που θα προσφερθεί, τη φιλοσοφία ζωής που θα μεταδοθεί στους μαθητές και από την προσωπικότητα που αυτοί θα βοηθηθούν να αναπτύξουν, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η ευαισθησία που θα επιδείξουν στις επιβουλές εναντίον της πατρίδας τους, καθώς και η αγωνιστική τους διάθεση. Ο Ελληνισμός ήταν πάντοτε συναρτημένος με την Παιδεία του». Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε εκτενώς στον Αρχιεπίσκοπο και εθνομάρτυρα Κυπριανό και στην ίδρυση του Ελληνικού Γυμνασίου στη Λευκωσία και στο ρόλο της ελληνικής Παιδείας στα χρόνια της τουρκοκρατίας. «Ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός έθεσε την Παιδεία υπό την προστασία της Εκκλησίας, αφιερώνοντας τη Σχολή ‘‘τη πανσωστική αγία Τριάδι, αυτώ τω τρισυποστάτω ενί και μόνω Θεώ’’. Μέσα στην Εκκλησία διασώζεται διαχρονικά η γλώσσα μας. Εκεί αναδεικνύεται ζωντανή η Ιστορία μας. Εκεί καλλιεργείται η παράδοση, κρατύνεται το ήθος, η έννοια της πατρίδας προστατεύεται και επιβιώνει».

Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος αναφέρθηκε σε δύο βασικούς παράγοντες, που εξακολουθούν να επηρεάζουν καθοριστικά την ελληνική Παιδεία. Αυτοί είναι η εθνική καταγωγή και η θρησκευτική ταυτότητά μας. Αφού επισήμανε πως η Παιδεία δέχεται καθημερινές πιέσεις ειδικά και εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης, ο Μακαριότατος υπογράμμισε: «Πεμπτουσία της ανθρώπινης ταυτότητας είναι η ιδιαιτερότητα. Πολλοί, μεμονωμένα άτομα, αλλά και κόμματα, διερωτώνται σε τι μας χρειάζεται η Ιστορία, η πολύπλοκη γλώσσα μας με τη δύσκολη γραμματική και το δυσκολότερο συντακτικό της, η προσήλωση στην παράδοση. Πρέπει, λεν, να είμαστε πραγματιστές και όχι ουτοπιστές. Να ξεχάσουμε τους "μύθους", να αρνηθούμε το παρελθόν μας. Ποια θα πρέπει να είναι η απάντησή μας σ’ αυτή την πρόκληση; Οι εκπαιδευτικοί μας στόχοι πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με μια μακροπρόθεσμη πολιτική εθνικής και φυσικής επιβίωσης του Ελληνισμού στην Κύπρο. Δεν πρέπει η διαπολιτισμική αγωγή να γίνει το μέσον για κατάργηση ή υποβάθμιση της εθνικής αυτοσυνειδησίας μας».

Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος, με αφορμή και προσπάθειες πολτοποίησης και ισοπέδωσης των πάντων, ήταν ξεκάθαρος: «Θα σεβαστούμε τους άλλους, τα χαρακτηριστικά και τον πολιτισμό τους, αλλά δεν θα αλλοιώσουμε την Ιστορία μας, δεν θα καταργήσουμε τα εθνικά μας σύμβολα, ούτε και θα υποβαθμίσουμε τις εθνικές επετείους μας. Η Παιδεία μας θα πρέπει να αντισταθεί στις προκλήσεις των καιρών. Θα πρέπει να εξακολουθήσει να διατηρεί άσβεστη τη μνήμη των κατεχομένων εδαφών μας και να τονώνει το εθνικό φρόνημα. Θα ενισχύει την αλληλοκατανόηση με τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας, αλλά πρώτα θα καλλιεργεί την εθνική αυτοσυνειδησία και θα απαιτεί την αποκατάσταση της δικαιοσύνης».

Ως πρώην εκπαιδευτικός, ο Μακαριότατος γνωρίζει από πρώτο χέρι τι συμβαίνει στα εκπαιδευτήριά μας: «Εδώ και χρόνια, επιδιώκεται σταθερά η υποβάθμιση της ταυτότητας του κυρίαρχου τμήματος του κυπριακού λαού, που είναι η ελληνική, έναντι της ταυτότητας των άλλων εθνικών ομάδων που υπάρχουν στην Κύπρο. Η καλλιέργεια και η ανάπτυξη της οικείας ταυτότητας δεν σημαίνει εθνικισμό ούτε και εθνικό ναρκισσισμό, ούτε ασφαλώς και υποτίμηση των άλλων. Σημαίνει καλλιέργεια των αξιών της παράδοσης, στέρεη γνώση της Ιστορίας και γενικά αυτογνωσία».

Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε και στα μαθήματα των Θρησκευτικών, της Ιστορίας και των Ελληνικών, τα οποία υφίστανται συντονισμένη υπονόμευση από εθνομηδενιστές ή και πολιτικούς-κομματικούς χώρους. «Τo μάθημα των Θρησκευτικών», είπε, «προσφέρει το όραμα της συμφιλίωσης και της καταλλαγής ανθρώπων και λαών, προβάλλει την αξιοπρέπεια του ανθρώπινου προσώπου και την ακεραιότητα της δημιουργίας, επιδιώκει την ελευθερία και τη δικαιοσύνη και συμβάλλει στην ειρήνη και στην αδελφοσύνη». Ο Μακαριότατος επισήμανε προσπάθειες μειοδοσίας έναντι αυτών των μαθημάτων και υπογράμμισε έντονα:

«Με την Ιστορία συνδεόμαστε με τους προγόνους μας, μελετούμε και παραδειγματιζόμαστε από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες τους, τα λάθη και τις παραλείψεις τους και προχωρούμε πιο ασφαλισμένα προς το μέλλον. Μα και η γλώσσα οδηγεί στην εθνική μας αυτοσυνειδησία. Μας συνδέει με τους προγόνους μας. Είναι κοινοτυπία να λεχθεί ότι η γλώσσα αποτελεί προθήκη του πολιτισμού και όπου ξεπέφτει το ένα συμπαρασύρει και το άλλο. Μια γλώσσα φτωχή υποδεικνύει και μια διάνοια φτωχή και έναν πολιτισμό φτωχό».

Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου ήταν περισσότερο από ξεκάθαρος και ευθύς: «Η βαθιά και σωστή συνειδητοποίηση της εθνικής ταυτότητας δεν είναι μόνο πηγή σιγουριάς για μας. Αποτελεί και μέτρο αυτοκριτικής, από το οποίο προκύπτει η επιθυμία για πρόοδο, για διάκριση και για συνέχιση της πολύτιμης και δεσμευτικής κληρονομιάς των προγόνων. Για μας είναι και προσταγή για απελευθέρωση του τόπου». Αυτήν, ακριβώς, την εθνική προσταγή οι Έλληνες εκπαιδευτικοί οφείλουν να εμφυσήσουν και να μεταλαμπαδεύσουν στις καρδιές και στα μυαλά των νέων μας. Για να γίνουν οι εκδικητές των ηρώων μας και οι απελευθερωτές της πατρίδας μας.