Προφυλακιστέοι κρίθηκαν οι 10 κατηγορούμενοι για το κύκλωμα ναρκωτικών στον Πειραιά, μεταξύ των οποίων οι 2 είναι λιμενικοί.

Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη δικογραφία, πρόσβαση στην αποθήκη από όπου έπαιρναν την κοκαΐνη μπορούσε να δώσει μόνο ο διοικητής της Δίωξης Ναρκωτικών του Λιμεναρχείου, που φέρεται να ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για τη διαφύλαξη των ναρκωτικών. Ειδικότερα, τον κωδικό για τον συναγερμό στην αποθήκη φύλαξης των ναρκωτικών είχαν δύο άτομα, αλλά για να μπει κάποιος στο εσωτερικό της έπρεπε απαραίτητα να είναι παρών και ο διοικητής.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες από τη δικογραφία, ο διοικητής φέρεται να άνοιγε την πόρτα της αποθήκης, από την οποία τα ναρκωτικά μεταφέρονταν στα χέρια του κυκλώματος, που, στη συνέχεια, τα διακινούσε.
Πώς έπαιρναν τα ναρκωτικά από την αποθήκη

Σύμφωνα με ό,τι κατέθεσε αρχικελευστής, που είχε αναλάβει χρέη δεσμοφύλακα το Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου, ο λιμενικός μαζί με τον διοικητή μπήκαν στην αποθήκη όπου βρίσκονταν τα ναρκωτικά που έχουν κατασχεθεί. Η είσοδός τους στην αποθήκη, κατά τις ίδιες πληροφορίες, έχει καταγραφεί σε κάμερες που υπάρχουν στο σημείο.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο λιμενικός έμεινε στον χώρο με την αποθήκη ξεκλείδωτη και μετά ο διοικητής τού ζήτησε να τον συνοδεύσει σε έρευνα για λαθραία τσιγάρα στον Πειραιά.

Ο λιμενικός ομολόγησε ότι πήρε πλακίδια κοκαΐνης από τσουβάλι στην αποθήκη, μερικά εκ των οποίων τα νόθευσε με σόδα όταν γύρισε στο σπίτι του, για να αυξήσει τον όγκο των ναρκωτικών που θα διακινούνταν.

Ο λιμενικός πρόσθεσε ότι γέμισε το τσουβάλι με κόλλα πλακιδίων για να μη φαίνεται ότι έχει λιγότερο βάρος και να μην κινήσει υποψίες. Μάλιστα, στο υλικό των καμερών παρατηρείται διακοπή της καταγραφής το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
Πώς δρούσε η συμμορία που διακινούσε ναρκωτικά

Ο τρόπος δράσης της εγκληματικής οργάνωσης (modus operandi) ήταν ο εξής:

Αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης ήταν 71χρονη, έγκλειστη σε κατάστημα κράτησης, η οποία αποτελούσε τον ιθύνοντα νου της οργάνωσης, καθώς ήταν επιφορτισμένη με την επιμέλεια και την υλοποίηση όλου του επιχειρησιακού σκέλους. Τα μέλη της οργάνωσης πειθαρχούσαν στις εντολές της και δεν ενεργούσαν, αν δεν εξασφάλιζαν προηγουμένως τη σύμφωνη γνώμη της. Λάμβανε υψηλότατα μέτρα αυτοπροστασίας, καθώς συνομιλούσε με τα υπόλοιπα μέλη χρησιμοποιώντας συνθηματικά και προσωνύμια. Είχε φροντίσει για την απαραίτητη υποδομή της οργάνωσης, παρέχοντας χώρο-καβάτζα, ενώ ταυτόχρονα είχε αναπτύξει το δίκτυο από την αρχική προμήθεια μέχρι την τελική πώληση των ναρκωτικών ουσιών. Τα κέρδη της οργάνωσης μοιράζονταν στα υπόλοιπα μέλη μόνο καθ’ υπόδειξή της και αφού πρώτα καθόριζε το μερίδιο που αναλογεί στον καθένα. Διαθέτει πλούσιο ποινικό παρελθόν στη διάπραξη παρόμοιων εγκληματικών πράξεων, γεγονός που καταδεικνύεται και από τον επαγγελματικό σχεδιασμό των παράνομων ενεργειών της οργάνωσης,
Κατώτερος αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος αποτελούσε ζωτικό μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, επιφορτισμένος με το ρόλο του κύριου προμηθευτή των ναρκωτικών ουσιών. Εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του και το τμήμα του Λιμενικού στο οποίο υπηρετούσε, κατάφερνε να εξασφαλίζει ποσότητες, οι οποίες είχαν άμεση σχέση με τις υποθέσεις που ερευνούσαν. Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζε στην οργάνωση μηδενικό κόστος της ναρκωτικής ουσίας, έχοντας ως αντίκτυπο τα τεράστια περιθώρια κέρδους που είχαν από τη μεταπώλησή της στους τελικούς διακινητές. Παράλληλα, κατά τις επικοινωνίες του λάμβανε ιδιαίτερα μέτρα αυτοπροστασίας, ενώ χρησιμοποιούσε τηλεφωνικές συνδέσεις καταχωρημένες σε ανύπαρκτους αλλοδαπούς.
63χρονη αποτελούσε βασικό μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, καθώς ήταν επιφορτισμένη με το ρόλο του ταμία-διαχειριστή της οργάνωσης, του φύλακα της καβάτζας, ενώ παράλληλα ήταν ο συνδετικός κρίκος της αρχηγού με τα υπόλοιπα μέλη, με την οποία μάλιστα συνδεόταν με φιλικές σχέσεις. Αναλάμβανε να συναντά διά ζώσης τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης, είτε αφορούσε συναλλαγή με ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, είτε παραλαβή χρηματικών ποσών και το διαμοιρασμό, ακολούθως, των μεριδίων. Για όλα τα ανωτέρω ενεργούσε μόνο κατόπιν εντολής ή σύμφωνης γνώμης της αρχηγού.
47χρονος αποτελούσε βασικό μέλος της οργάνωσης, ενώ συνδεόταν με στενές συγγενικές σχέσεις με την αρχηγό. Μετέφερε γι’ αυτήν προσωπικά αντικείμενα και προμήθειες, μέσω επισκεπτηρίων στο Κατάστημα Κράτησης.
71χρονος, έγκλειστος σε κατάστημα κράτησης, αποτελούσε έναν από τους βασικούς φύλακες ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, καθώς η δράση του τερματίστηκε την 03-08-2023, κατόπιν σύλληψής του από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Πατρών με μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, η διακίνηση της οποίας εντάσσεται στη δράση της παρούσας εγκληματικής οργάνωσης.
56χρονος αποτελούσε έναν από τους βασικούς μεταφορείς ναρκωτικών ουσιών της οργάνωσης, από τα περιφερειακά σημεία φύλαξης στο σπίτι-καβάτζα.
55χρονος και 51χρονος αποτελούσαν τους βασικούς διακινητές ναρκωτικών ουσιών της οργάνωσης, ενώ ο 55χρονος από κοινού με την 38χρονη σύντροφό του προμηθεύονταν τις ναρκωτικές ουσίες για την περαιτέρω διακίνησή τους.
44χρονος, άτομο που συνδεόταν με συγγενικούς δεσμούς με τη διαχειρίστρια του σπιτιού «καβάτζας», είχε ελεύθερη πρόσβαση στο σπίτι, ενώ ο ίδιος από κοινού με 56χρονη διακινούσαν ναρκωτικές ουσίες και επιπλέον μετέφερε-παρέδιδε ποσότητες ναρκωτικών ουσιών στους υπόλοιπους διακινητές της εγκληματικής οργάνωσης.
44χρονη, έγκλειστη σε κατάστημα κράτησης, αποτελούσε βοηθό της αρχηγού προκειμένου να διευθετήσει και οργανώσει τις παραδόσεις ναρκωτικών ουσιών σε βασικό διακινητή, αλλά και την επιστροφή των χρηματικών ποσών που προέρχονται από την πώληση αυτών στην ταμία της οργάνωσης.
Ανώτερος αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος, μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, παρείχε εκ της θέσης του, την απαραίτητη κάλυψη και πρόσβαση στον υφιστάμενό του και βασικό προμηθευτή της εγκληματικής οργάνωσης.

Οι κωδικές ονομασίες

Κατά τις συνομιλίες τους χρησιμοποιούσαν συνθηματικά, ώστε να δυσχεραίνουν την αποκρυπτογράφησή τους από τις Διωκτικές Αρχές, και συγκεκριμένα:

«μηχανάκια», «πληροφορίες», «τηλέφωνα» = ποσότητες ναρκωτικής ουσίας,
«αριθμοί» = λεφτά,
«βραστό» = κοκαΐνη για χρήση ως «φρίμπα»,
«μονόζυγο» = ζυγαριά ακριβείας,
«νούμερα» = ύψος χρημάτων ανά 1.000 ευρώ,
«γατάκια» = κιλά κοκαΐνης,
«πράγματα» = ναρκωτικά,
«δραχμή» = γραμμάριο,
«ντάριπε» = (αναγραμματισμός) πεντάρι, δηλαδή πέντε.

Για τον τερματισμό της δράσης τους συστήθηκε ειδική επιχειρησιακή ομάδα, όπου κατά τις απογευματινές ώρες της 16ης Δεκεμβρίου, και στο πλαίσιο επικείμενης προμήθειας ναρκωτικών ουσιών, συνελήφθη ο κατώτερος αξιωματικός του Λιμενικού, ο οποίος κατά τη στιγμή της σύλληψής του αντιστάθηκε σθεναρά και προσπάθησε να απορρίψει σακίδιο πλάτης, το οποίο στη συνέχεια κατασχέθηκε, καθώς έφερε 3 ορθογώνιες συσκευασίες (πλάκες) και 2 αυτοσχέδιες συσκευασίες, που περιείχαν κοκαΐνη, συνολικού μεικτού βάρους 5.179 γραμμαρίων.

Παράλληλα, συνελήφθησαν η 63χρονη διαχειρίστρια του σπιτιού «καβάτζας» και ο 47χρονος βοηθός της.

Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, οχήματα και χώρους εργασίας, συνολικά βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

5 αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες περιέχουσες ναρκωτική ουσία κοκαΐνης συνολικού μεικτού βάρους 2.512 γραμμαρίων,
6 ζυγαριές ακριβείας,
κινητά τηλέφωνα,
πλήθος καρτών SIM,
κλειδί αυτοκινήτου,
διάφορα αθλητικά ρούχα,
διάφορα κλειδιά της δίκυκλης μοτοσικλέτας,
γραμμάτιο είσπραξης (κατάθεση σε λογαριασμό),
τσαντάκι μέσης μάρκας,
ποσότητα κοκαΐνης βάρους περίπου 289 γραμμαρίων,
ποσότητα κάνναβης περίπου 78 γραμμαρίων,
ποσότητα ναρκωτικής ουσίας κάνναβης συνολικού βάρους περίπου 18 γραμμαρίων,
ποσότητα ναρκωτικής ουσίας ηρωίνης βάρους 2 γραμμαρίων και
συσκευασία με ναρκωτική ουσία κοκαΐνη, συνολικού βάρους 28 γραμμαρίων,
γεμιστήρας και 91 φυσίγγια,
το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.780 ευρώ,
πλήθος φυσιγγίων πυροβόλου όπλου,
2 σιδερογροθιές, μαχαίρι, 2 πτυσσόμενες ράβδοι-γκλοπ και σουγιάς,
πλήθος ταυτοτήτων αλλοδαπών υπηκόων και
σημειωματάριο με χειρόγραφες σημειώσεις για χρηματικές συναλλαγές σχετικά με ναρκωτικές ουσίες,
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ως προϊόν νομιμοποίησης εσόδων που προέρχονται από την πώληση ναρκωτικών και δίκυκλη μοτοσικλέτα, ως μέσο τέλεσης αξιόποινων πράξεων, καθώς και η πινακίδα κυκλοφορίας και άδεια κυκλοφορίας του.

Παράλληλα, διενεργήθηκε αυτοψία στο χώρο αποθήκευσης των κατασχεμένων ναρκωτικών ουσιών Λιμεναρχείου, όπου διαπιστώθηκε ότι σε τρεις συνολικά υποθέσεις όπου κατασχέθηκαν ναρκωτικές ουσίες σε σάκους, αυτοί έφεραν παραβιασμένη σφραγίδα, παρότι το περιεχόμενό τους είχε καταμετρηθεί από το Γενικό Χημείο του Κράτους και είχαν σφραγιστεί.

Υπολογίζεται ότι, κατά τη διερευνώμενη περίοδο, η εγκληματική οργάνωση διακίνησε τουλάχιστον 14.500 γραμμάρια κοκαΐνης, ενώ το παράνομο περιουσιακό όφελος που θα αποκόμιζαν τα μέλη της ανέρχεται στο 1.232.000 ευρώ.