Οι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί τη δεκαετία του 1990 έχουν τη χειρότερη ψυχική υγεία από οποιαδήποτε άλλη γενιά πριν από αυτούς. Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Σίδνεϊ διαπίστωσαν ότι υπήρξε αισθητή επιδείνωση της ψυχικής υγείας κάθε γενιάς από τη δεκαετία του 1950 και μετά. Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι οι νεότερες γενιές επηρεάζονται πολύ περισσότερο από τις προηγούμενες όσο περνούν τα χρόνια.

«Μεγάλο μέρος της προσοχής μέχρι σήμερα έχει επικεντρωθεί στην φθίνουσα ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων σχολικής ηλικίας, όπου αναμένουμε ότι η ψυχική τους υγεία θα βελτιωθεί τελικά καθώς θα ενηλικιώνονται. Όμως η μελέτη αυτή δείχνει ότι αυτό αλλάζει και ότι δεν είναι μόνο τα παιδιά για τα οποία πρέπει να ανησυχούμε», ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο επικεφαλής συγγραφέας δρ Ρίτσαρντ Μόρις, ανώτερος ερευνητής στη Σχολή Ιατρικής και Υγείας του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ.

«Τα στοιχεία δεν δείχνουν μόνο μια συνεχιζόμενη μείωση της ψυχικής υγείας της σημερινής γενιάς των νέων, αλλά συνεχίζει να επηρεάζει και τις μεγαλύτερες γενιές που σήμερα οδεύουν προς τα 40 και τα 50. Δεν βλέπουμε να ανακάμπτουν σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές καθώς μεγάλωναν».

Οι ερευνητές παρακολούθησαν τις αλλαγές στην ψυχική υγεία περισσότερων από 27.500 Αυστραλών από το 2001 έως το 2020, αξιολογώντας κάθε ηλικιακή ομάδα κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος.

Και η ψυχική υγεία των ανθρώπων που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1990 δεν βελτιώνεται καθώς γερνούν, σε αντίθεση με τις παλαιότερες γενιές.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίζουν σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση της ψυχικής υγείας.

Είναι γνωστό από μελέτες ότι τα social media και ο υπερβολικός χρόνος μπροστά από μια προκαλούν άγχος, κατάθλιψη και εθισμό στις νεότερες γενιές, καθώς και αύξηση της συναισθηματικής κακοποίησης, των τοξικών σχέσεων και της σεξουαλικοποίησης της νεολαίας.

Αν και δεν είναι σαφές πώς θα συνεχιστούν οι τάσεις καθώς η Gen Z και η Gen Alpha θα μεγαλώνουν, οι ερευνητές δεν είναι καθόλου αισιόδοξοι.