Στην Πάρνηθα, στη Μονή Κλειστών, βρέθηκε το πρωί του Σαββάτου ο Ευθύμιος Λέκκας καθηγητής Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Μιλώντας στην ΕΡΤ δήλωσε ότι: «Ήρθαμε πρωί πρωί να κάνουμε μια καταγραφή των επιπτώσεων στο περιβάλλον, εδώ στην καμένη περιοχή, έτσι ώστε να δούμε τι ακριβώς επιπτώσεις θα έχουμε, με προτεραιότητα μεγίστη τα πλημμυρικά φαινόμενα τα οποία ενδεχομένως να αναπτυχθούν, όπως αναπτύσσονται μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά.

Στην Πάρνηθα είχαμε τις πυρκαγιές του 2007 και τις προπέρσινες πυρκαγιές από την άλλη πλευρά βεβαίως της Πάρνηθας. Προσπαθούμε να αποτιμήσουμε τις παρεμβάσεις οι οποίες έγιναν το 2007, οι όποιες παρεμβάσεις ήταν τελείως αποτυχημένες, δεδομένου ότι έχουμε να κάνουμε με κορμοδέματα, τα οποία τοποθετήθηκαν σε ασβεστολιθικά πετρώματα και σε μεγάλες περιοχές τα οποία δεν λειτούργησαν καθόλου και δεν λειτούργησαν καθόλου. Στις πυρκαγιές του 2021 έγιναν καλές παρεμβάσεις οι οποίες αποσόβησε τον πλημμυρικό κίνδυνο και βεβαίως τώρα είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε τον πλημμυρικό κίνδυνο, ο οποίος διαγράφεται για τους επόμενους μήνες, για τα επόμενα χρόνια στην περιοχή».

Ακολούθως σχολίασε τη σύγκριση του κόστους που δημιουργούν οι καταστροφές, σε σχέση με το κόστος των ενεργειών πρόληψης και τόνισε τα εξής: «Το κόστος της αντιμετώπισης μιας καταστροφής ουσιαστικά είναι επτά φορές μεγαλύτερο από ότι είναι το κόστος της πρόληψης. Η πρόληψη όμως δεν είναι κενή περιεχομένου. Απαιτεί ενέργειες και δράσεις που όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, πρέπει να αναληφθούν το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, αλλά είναι μια διαδικασία η οποία απαιτεί χρόνο, απαιτεί μία πενταετή προετοιμασία, μία πενταετή διάρκεια, η οποία διάρκεια ουσιαστικά στην περίοδο αυτή θα υπάρχουν διαδικασίες οι οποίες είναι πολύπλευρες.

Δηλαδή πρέπει να κάνουμε επιστημονική έρευνα με βάση και την κλιματική κρίση. Πρέπει ουσιαστικά να δούμε με ποια μέσα θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε καινούργιες τεχνολογικές διαδικασίες, καινούργια τεχνολογικά μέσα, με ποιο θεσμικό πλαίσιο, με ποιο επιχειρησιακό πλαίσιο, με τις αρχές τις οποίες θα πρέπει να γίνουνε, με την ενημέρωση του κόσμου. Είναι ένα πλαίσιο διαδικασιών που είναι χρονοβόρο και το οποίο απαιτεί τουλάχιστον μία πενταετία, αν θέλουμε να πάμε σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο πρόληψης».

Επίσης συμπλήρωσε πως: «Είναι ενέργειες αυτές οι οποίες θα πρέπει να γίνονται. Τις ορίζει το θεσμικό πλαίσιο, αλλά θα πρέπει να δούμε τη στρατηγική της πρόληψης. Μία στρατηγική η οποία βασίζεται σε αυτά τα οποία ανέφερα ουσιαστικά στην επιστημονική έρευνα, στην εφαρμογή της επιστημονικής έρευνας, στις νομοθετικές ρυθμίσεις, στα σχέδια για κάθε ένα δάσος χωριστά. Εδώ στην Πάρνηθα θα έπρεπε να έχουμε ένα σχέδιο αντιπυρικής προστασίας δομημένο καλά με βάση τα νέα δεδομένα τα οποία υπάρχουν και από την κλιματική κρίση. Και αυτό το σχέδιο θα έπρεπε να εφαρμόσουμε, όπως θα πρέπει να εφαρμοστεί σε κάθε δάσος και κάθε χώρο που αναπτύσσεται δάσος μέσα στον ελληνικό χώρο».

Αναφερόμενος στο θέμα των αναδασώσεων, δήλωσε ότι: «Είναι ένα θετικό στοιχείο αυτό, αλλά βλέπουμε και στη Ρόδο, αλλά και στον Έβρο ότι τα πρώτα που καίγονται είναι τα δάση τα οποία προέρχονται από αναδασώσεις. Στη Ρόδο ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με 15% σε εκτάσεις οι οποίες αναδασώθηκαν. Είναι ένα πολύπλευρο θέμα, τα θέματα αναδασώσεων, το οποίο θα πρέπει και αυτό να δούμε και να επανεξετάσουμε στα πλαίσια της κλιματικής κριτικής».

Eρωτηθείς αν στη χώρα μας έχουμε την υποδομή, το υλικό, την επιστημονική κατάρτιση, έτσι ώστε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα εργαλεία ή να τα αξιοποιήσουμε καλύτερα, απάντησε: «Την έχουμε και μάλιστα την έχουμε σε πάρα πολύ και ικανοποιητικό βαθμό. Είναι νέα εργαλεία, δορυφορικές τεχνολογίες, οι οποίες θα πρέπει να εφαρμοστούν. Είναι τεχνολογίες εδάφους, όπου θα πρέπει να αποτυπώσουμε την κάθε σπιθαμή εδάφους και τα χαρακτηριστικά του.

Όλα αυτά τα εργαλεία τα οποία τα έχουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα έτσι ώστε να μπορέσουμε να βοηθήσουμε και την πολιτεία αλλά και τους επιχειρησιακούς φορείς. Εκεί θα πρέπει να καταβληθεί μια προσπάθεια, έτσι ώστε να υπάρχει συνεργασία και άμεσα τα επιστημονικά δεδομένα τα οποία προκύπτουν την κάθε στιγμή και προκύπτουν την κάθε στιγμή πραγματικά, να είναι άμεσα αξιοποιήσιμα από τους επιχειρησιακούς φορείς και από τους φορείς της Πολιτείας».

Τέλος, σχολιάζοντας τον αριθμό των επτά ατόμων που υπηρετούν στο Δασαρχείο Πάρνηθας, εξέφρασε την άποψη ότι δεν επαρκούν και συμπλήρωσε: «Είναι σημαντικό ότι θα πρέπει και οι Δήμοι αλλά και οι Περιφέρειες να έχουν το απαιτούμενο προσωπικό έτσι ώστε να εφαρμοστούν όλα αυτά τα σχέδια, τα οποία προβλέπονται από το θεσμικό πλαίσιο».