Η αποτελεσματικότητα των αντικαρκινικών φαρμάκων φαίνεται να μη συμβαδίζει με τη μεγάλη ταχύτητα που αναπτύσσονται και φτάνουν στους ασθενείς. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Clinical Drug Investigation, πολλές από τις νέες θεραπείες αποδεικνύονται ανεπαρκείς, χωρίς να πετυχαίνουν ουσιαστική βελτίωση στην ποιότητα ζωής και το προσδόκιμο επιβίωσης των ασθενών.

Οι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ στη Σουηδία που ανέτρεξαν σε επιστημονικά δεδομένα για 22 αντικαρκινικά φάρμακα, αποδίδουν το πρόβλημα στις διαδικασίες fast track στην έγκριση σκευασμάτων, χωρίς περιθώριο για διεξαγωγή μακροπρόθεσμων κλινικών δοκιμών για την επίδραση των θεραπειών στους ασθενείς. O Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA), αναφέρουν, εγκρίνει συχνά φάρμακα βασισμένος σε μελέτης που δείχνουν την αποτελεσματικότητα σε ανθρώπινους βιοδείκτες και όχι πραγματικούς ασθενείς.

«Άχρηστα» δύο στα τρία φάρμακα

Έως και δύο στα τρία αντικαρκινικά φάρμακα αποδεικνύονται άχρηστα για τους ασθενείς μετά από χρόνια έρευνας, αναφέρουν οι ερευνητές. Στο πλαίσιο της μελέτης, εξέτασαν 22 αντικαρκινικά φάρμακα εγκεκριμένα από τις ρυθμιστικές αρχές της Σουηδίας την τελευταία δεκαετία, ανατρέχοντας στα στοιχεία από τις κλινικές δοκιμές για το αντίκτυπό τους στην ποιότητα και το προσδόκιμο ζωής των ασθενών. Το μέσο διάστημα παρακολούθησης των φαρμάκων στις μελέτες ήταν 6,6 χρόνια.

Μόνο για επτά από τα 22 φάρμακα υπήρχε μία τουλάχιστον μελέτη που επιβεβαίωνε τα οφέλη τους για τους ογκολογικούς ασθενείς, σύμφωνα με τα ευρήματα. Οι τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές στις υπόλοιπες 15 θεραπείες απέτυχαν να αναδείξουν απτά αποτελέσματα και μόνο ένα φάρμακο συνδέθηκε με μεγαλύτερη διάρκεια και ποιότητα ζωής των ασθενών.

«Έχουμε δείξει ότι για την πλειονότητα των φαρμάκων που κυκλοφόρησαν με περιορισμένα κλινικά δεδομένα εξακολουθούν να στερούνται σαφών αποδείξεων για το πώς επηρεάζουν πράγματι την επιβίωση και την ποιότητα ζωής των ασθενών» δήλωσε σε μια πανεπιστημιακή έκδοση η Gabriella Chauca Strand, υποψήφια διδάκτωρ στην Ακαδημία Sahlgrenska του Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ και επικεφαλής. συγγραφέας της μελέτης.

Όπως επισημαίνει η ερευνητική ομάδα, καθώς η έρευνα για τη θεραπεία του καρκίνου καταλαμβάνει τη μερίδα του λέοντος από τους πόρους που επενδύονται στην ανάπτυξη φαρμάκων, θα πρέπει να γίνεται εντονότερος έλεγχος προτού λάβουν έγκριση για χρήση.

«Η έλλειψη επαρκών αποδεικτικών στοιχείων για την αποτελεσματικότητα στους ασθενείς είναι προβληματική και δημιουργεί αβεβαιότητα σχετικά με το πώς τα φάρμακα αυτά έχουν ουσιαστικά οφέλη για τους λήπτες, αλλά και κατά πόσο αποτελεσματικά δαπανώνται οι οικονομικοί πόροι για την υγειονομική περίθαλψη» κατέληξε η Strand.