Η επικινδυνότητα των χημικών ουσιών που δεν φαίνονται με γυμνό μάτι έχει επισημανθεί από πλήθος μελετών, με μία πιο πρόσφατη να επισημαίνει τους κινδύνους για τις νέες μητέρες και τα παιδιά. Ειδικότερα, ουσίες όπως η μελαμίνη, το κυανουρικό οξύ και οι αρωματικές αμίνες θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο καρκινογένεσης, αλλά και να προκαλέσουν αναπτυξιακά προβλήματα στα παιδιά.

Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η έκθεση στη μελαμίνη και τις αρωματικές αμίνες μπορεί να συμβεί μέσω διαφόρων οδών: με την εισπνοή μολυσμένου αέρα, την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων, την κατάποση οικιακής σκόνης, την κατανάλωση μολυσμένου νερού ή τη χρήση προϊόντων που περιέχουν πλαστικό, βαφές και χρωστικές ουσίες.

«Αυτές οι χημικές ουσίες προκαλούν σοβαρή ανησυχία λόγω των συνδέσεών τους με τον καρκίνο και την αναπτυξιακή τοξικότητα, αλλά δεν παρακολουθούνται συστηματικά στις Ηνωμένες Πολιτείες» επισημαίνει η συν-συγγραφέας της μελέτης Tracey J. Woodruff, καθηγήτρια μαιευτικής, γυναικολογίας και αναπαραγωγικής ιατρικής.

Η μελαμίνη και το πρωτογενές παραπροϊόν της, το κυανουρικό οξύ, ταξινομούνται αμφότερα ως χημικά προϊόντα, που η παραγωγή τους ξεπερνά τα 100 εκατομμύρια κιλά ετησίως μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η έκθεση και στις δύο αυτές χημικές ουσίες ταυτόχρονα μπορεί να είναι πολύ πιο τοξική από την έκθεση σε μία μόνο από αυτές.

Προϊόντα σερβιρίσματος, πλαστικών, δαπέδων, πάγκων κουζίνας και φυτοφαρμάκων συνήθως περιέχουν μελαμίνη. Το κυανουρικό οξύ, από την άλλη πλευρά, χρησιμοποιείται συνήθως ως απολυμαντικό, σταθεροποιητής πλαστικών και διαλύτης καθαρισμού για πισίνες. Τέλος, οι αρωματικές αμίνες περιέχονται στις βαφές μαλλιών, στη μάσκαρα, στο μελάνι των τατουάζ, στα χρώματα, στον καπνό του τσιγάρου και στα καυσαέρια ντίζελ.

Οι γυναίκες που επηρεάζονται περισσότερο

Λόγω της εκτεταμένης χρήσης της, η μελαμίνη έχει βρεθεί στο προσκήνιο πολλών μελετών, έχοντας ήδη αναγνωριστεί ως νεφροτοξική ουσία, προκαλώντας περιστατικά δηλητηρίασης από παιδικές τροφές και τροφές για κατοικίδια ζώα το 2004, το 2007 και το 2008, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα πολυάριθμους θανάτους, διαγνώσεις πέτρας στα νεφρά και αποφράξεις του ουροποιητικού συστήματος. Αντίστοιχα, μελέτες σε ζώα έχουν υποδείξει ότι θα μπορούσε να διαταράξει την ομαλή λειτουργία του εγκεφάλου.

Θέλοντας να εμβαθύνουν περισσότερο, οι συγγραφείς της μελέτης, που δημοσιεύτηκε στο Chemosphere, μέτρησαν 45 χημικές ουσίες που σχετίζονται με τον καρκίνο και άλλους κινδύνους, χρησιμοποιώντας μια νέα μέθοδο καταγραφής χημικών ουσιών ή χημικών δειγμάτων σε δείγματα ούρων. Στη διερεύνηση αυτή συμμετείχαν 171 γυναίκες, από το 2008 έως το 2020, συνθέτοντας ένα ποικιλόμορφο δείγμα.

Όπως διαπίστωσαν, τα επίπεδα της 3,4-διχλωροανιλίνης (ένα χημικό που χρησιμοποιείται για την παραγωγή βαφών και φυτοφαρμάκων) ήταν περισσότερο από 100% υψηλότερα μεταξύ των Αφροαμερικανίδων και των ισπανόφωνων γυναικών.

«Τα ευρήματά μας εγείρουν ανησυχίες για την υγεία των εγκύων γυναικών και των εμβρύων, δεδομένου ότι ορισμένες από αυτές τις χημικές ουσίες είναι γνωστές καρκινογόνες και δυνητικά τοξικές για την ανάπτυξη», καταλήγει η πρώτη συγγραφέας της μελέτης Giehae Choi, μεταδιδακτορική συνεργάτης στη Σχολή Δημόσιας Υγείας Bloomberg του Johns Hopkins.