Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, σε αναλυτική συνέντευξή της στην εφημερίδα Corriere della Sera, αναφέρθηκε στα αποτελέσματα της τελευταίας Ευρωπαϊκής Συνόδου κορυφής σχετικά με το μεταναστευτικό.

Πιο αναλυτικά, η Ιταλίδα πρωθυπουργός δήλωσε:

«Η συμφωνία όλου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου επί της λεγόμενης Εξωτερικής Διάστασης, η οποία προσφέρει μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση σε σχέση με το παρελθόν σε ό,τι αφορά τα μεταναστευτικά ρεύματα, αποτελεί αναμφισβήτητη ιταλική επιτυχία. Αποφασίσθηκε να καταπολεμηθεί η διακίνηση ανθρώπων και της παράνομης μετανάστευσης πριν αυτή φτάσει στην Ευρώπη. Καταφέραμε να κατανοήσουν όλοι οι εταίροι μας ότι δεν είχε νόημα να συνεχίσουν να τσακώνονται οι διάφορες χώρες πρώτης άφιξης με εκείνες προορισμού για το ποιος θα έπρεπε να έχει την ευθύνη της διαχείρισης του όλου φαινομένου και ότι ο μόνος τρόπος ήταν να εργαστούμε μαζί επί των εξωτερικών συνόρων, ιδίως με μια ισότιμη συνεργασία με τις αφρικανικές χώρες».

Σε αναφορά στην Τυνησία, η Μελόνι πρόσθεσε:

«Ο διάλογος με την Τυνησία, ο οποίος χαρακτηρίσθηκε "πρότυπο" στα συμπεράσματα του Συμβουλίου, και η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επενδυθούν 15 δισεκατομμύρια ευρώ στο νέο πολυετή προϋπολογισμό για την μετανάστευση και την Εξωτερική Διάσταση, αποτελούν απόδειξη αυτής της απόλυτης αλλαγής βηματισμού. Το να επενδύσουμε στην σταθερότητα της Αφρικής και να προλάβουμε τις αναχωρήσεις αποτελεί κύριο ιταλικό συμφέρον και, επιτέλους, ευρωπαϊκή προτεραιότητα. Σε ό,τι αφορά την Εξωτερική Διάσταση, συμφωνούμε όλοι. Σε ό,τι αφορά την Εσωτερική, όχι. Αλλά είναι φυσικό, διότι σε ένα θέμα που διχάζει είναι δύσκολο να βρεις κανόνες που να τους αποδέχονται όλοι. Ελπίζω να υπάρξουν περιθώρια ώστε να έρθουν πιο κοντά οι διάφορες θέσεις».

Μελόνι: Το σύμφωνο για την Μετανάστευση και το Άσυλο δεν σταματά την πορεία του
Ερωτηθείσα σχετικά με το αν η διάσταση απόψεων που καταγράφηκε στην τελευταία σύνοδο κορυφής θέτει σε κίνδυνο το Σύμφωνο για την Μετανάστευση, η επικεφαλής της ιταλικής κυβέρνησης απάντησε:

«Όχι, το σύμφωνο για την Μετανάστευση και το 'Ασυλο δεν σταματά την πορεία του. Αλλά θα ήθελα να ξεκαθαρίσω ότι είναι λάθος να βλέπουμε την συμφωνία αυτή ως μια αποτελεσματική λύση. Μπορεί να βοηθήσει την Ιταλία μόνον σχετικά, διότι η κεντρική αρχή του Δουβλίνου, εκείνη που αφορά την χώρα πρώτης άφιξης, δεν ξεπεράστηκε και οι υποχρεώσεις που αναλογούν σε χώρες όπως η Ιταλία είναι ακόμη υπερβολικά υψηλές. Το Σύμφωνο επικεντρώνεται στην διαχείριση των αφίξεων όταν πραγματοποιούνται, η προτεραιότητά μου, όμως, είναι να σταματήσουν οι παράνομες ροές και να παταχθεί η εμπορία ανθρώπων.

Σε ό,τι αφορά την αποτυχία της προσπάθειας διαμεσολάβησής της με Ουγγαρία και Πολωνία, στην τελευταία ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής, η Ιταλίδα πρωθυπουργός και πρόεδρος του κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας, δήλωσε στην Corriere della Sera:

«Ιδίως η Πολωνία, αλλά και η Ουγγαρία, υποδέχθηκαν εκατομμύρια Ουκρανούς πρόσφυγες και έλαβαν από την ΕΕ οικονομική στήριξη χαμηλότερη από αυτή που χρειάζονταν. Παράλληλα, βάσει της συμφωνίας της 8ης Ιουνίου, θα έπρεπε να καταβάλουν 20 χιλιάδες ευρώ για κάθε μετανάστη, συμπεριλαμβανομένων των παράτυπων, που δεν έχουν μετεγκαταστήσει. Όλα αυτά, δυσχεραίνονται και από το πάγωμα των κονδυλίων των Σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας των χωρών αυτών. Η έλλειψη ευελιξίας από μέρους τους μπορεί να κατανοηθεί, και εγώ νιώθω πάντα μεγάλο σεβασμό για όποιον υπερασπίζει τα εθνικά του συμφέροντα. Η φάση αυτή μπορεί να ξεπεραστεί οικοδομώντας και πάλι μια σχέση εμπιστοσύνης και, για την επίτευξη του στόχου αυτού, προσπαθώ να δώσω την συμβολή μου».

Σε σχέση με τις πιθανές πολιτικές ισορροπίες στην Ευρώπη μετά τις Ευρωεκλογές του 2024 και το «αν, για να αλλάξει η ΕΕ, μπορεί να συναφθεί μια συμφωνία της κεντροδεξιάς ώστε να αποκλειστούν οι σοσιαλιστές», η Ιταλίδα πρωθυπουργός τόνισε:

«Δεν υπάρχουν διαπραγματεύσεις σε εξέλιξη. Αυξάνεται σίγουρα η επίγνωση του ότι η αφύσικη συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ) και σοσιαλιστών δεν είναι κατάλληλη πλέον για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη. Από τώρα μέχρι τις 9 Ιουνίου του 2024 θα πραγματοποιηθούν σημαντικές εθνικές εκλογές. Στην Ισπανία, όπου οι πολίτες θα ψηφίσουν τον Ιούλιο, μπορεί να συγκροτηθεί κυβέρνηση της κεντροδεξιάς, με συντηρητικούς και μέλη του Λαϊκού Κόμματος. Ήδη στην Ιταλία, στην Σουηδία και στην Φινλανδία, επικράτησαν κεντροδεξιές κυβερνήσεις. Στο μεταξύ, στις Βρυξέλλες, σε ό,τι αφορά επιμέρους μέτρα, δημιουργούνται διευρυμένες συμμαχίες, που αποτελούν εναλλακτική στην αριστερά. Πρόκειται για μια δημιουργική φάση, οι συντηρητικοί και η Ιταλία μπορούν να παίξουν κεντρικό ρόλο».