To Ανώτατο Διεθνές Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δικαίωσε με την απόφαση τους Πολωνούς δανειολήπτες κρίνοντας ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να χρεώνουν τόσο μεγάλες αυξήσεις στις δόσεις των δανείων λόγω της αλλαγής της νομισματικής ισοτιμίας, και τους σχετικούς όρους των τραπεζών άδικους και καταχρηστικούς.

Πρακτικά τι σημαίνει αυτό για τους Πολωνούς δανειολήπτες; Μπορούν να ασκήσουν αγωγές στα πολωνικά δικαστήρια αιτούμενοι την ακύρωση της ρήτρας πληρωμής της δόσης με βάση την τρέχουσα κάθε φορά ισοτιμία, αλλά να έχουν και αξίωση αποζημίωσης από τις τράπεζες.
Πώς οι τράπεζες θα αντιμετωπίσουν την αρνητική για αυτές εξέλιξη; Προφανώς για να αποφύγουν μεγαλύτερες απώλειες θα προσπαθήσουν να συμβιβαστούν με τους δανειολήπτες με όρους ευνοϊκούς για τους τελευταίους και σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στην δικαστική απόφαση.
Εννοείται ότι η απόφαση του ΔΕΕ δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην Ελλάδα και δεν καλύπτει του Έλληνες δανειολήπτες που καλούνται ακόμα και σήμερα να πληρώνουν υπέρογκες δόσεις για την εξυπηρέτηση των δανείων αυτών αλλά και με άληκτο κεφάλαιο που έχει κατά πολύ ξεπεράσει το ποσό που αρχικά είχαν δανειστεί.
Τι έχει συμβεί μέχρι στιγμής με την υπόθεση αυτή στα ελληνικά δικαστηρια:
Αρχικά είχαν εκδοθεί κάποιες μεμονωμένες αποφάσεις από ατομικές αγωγές στα Πολυμελή πρωτοδικεία που δικαίωναν τους δανειολήπτες. Εν συνεχεία ασκήθηκε συλλογική αγωγή κατά της EUROBANK που επίσης δικαίωσε τους δανειολήπτες και έκρινε την ρήτρα καταχρηστική. Οι ατομικές αγωγές αυξήθηκαν αλλά τα δικαστηρια δεν εξέδιδαν οριστικές αποφάσεις αλλά αναβλητικές, περιμένοντας την τελεσιδικία της απόφασης επί της συλλογικής αγωγής.
Η τράπεζα άσκησε έφεση και δικαιώθηκε στο Εφετείο. Όλα τα δικαστηρια, πρωτόδικα και δευτεροβάθμια, άρχισαν να απορρίπτουν τις ατομικές αγωγές, συντασσόμενα με την εφετειακή απόφαση. Η υπόθεση έφτασε μέχρι τον Αρειο Πάγο στην Ολομέλεια όπου και εκεί η απόφαση ήταν υπέρ των τραπεζών.
Το ευτυχές είναι ότι εκκρεμούν οι αναιρέσεις και των συλλογικών αγωγών κατά των υπολοίπων τραπεζών.
Ο Άρειος Πάγος παρέλειψε (όχι τυχαία, θεωρώ) να στείλει ερώτημα προς ΔΕΕ για το νομικό θέμα των δανείων σε ελβετικό φράγκο, όπως θα μπορούσε ώστε να συνάδει η απόφαση του με αυτή των δικαστηρίων άλλων ευρωπαϊκων χωρών. Έτσι είμαστε από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη αυτή την στιγμή που η ρήτρα συναλλάγματος κρίνεται νόμιμη και οι τράπεζες αποκομίζουν μεγάλο κέρδος από τα δάνεια αυτά κερδοσκοπώντας, ενώ στις περισσότερες (δημοκρατικές/πολιτισμένες) ευρωπαϊκές χώρες τα δάνεια αυτά έχουν κριθεί καταχρηστικά και οι τράπεζες έχουν κληθεί να καταβάλουν και αποζημιώσεις προς τους δανειολήπτες.
Καθ’όσον όμως εκκρεμουν οι αναιρέσεις κατά των αποφάσεων των συλλογικών αγωγών σε βάρος των άλλων τραπεζών, που εκεί ίσως ο Α.Π. αναγκαστεί να στείλει ερώτημα στο ΔΕΕ και να υποχρεωθεί να συμμορφωθεί με την απάντηση του, η οποία δεν θα μπορεί να είναι διαφορετική σε σχέση με αυτή που ήταν για τις υπόλοιπες χώρες, υπάρχει κάποια ελπίδα για θετικές εξελίξεις και στην χώρα μας.
Ποιον ευνοεί αυτή την στιγμή η εξέλιξη αυτή:
Ευνοημένοι και τυχεροί κατά κάποιον τρόπο είναι όσοι δανειολήπτες είχαν ασκήσει αγωγή κατά της τράπεζας για το ελβετικό φράγκο και η απόφαση που είχε εκδοθεί δεν ήταν οριστική αλλά αναβλητική και η υπόθεση μετά τις αρνητικές τότε για τους δανειολήπτες εξελίξεις δεν προχώρησε. Αυτοί όταν και αν κάποια στιγμή αλλάξουν τα δεδομένα στην Ελλάδα, θα μπορούν να επαναφέρουν με κλήση την αγωγή τους για νέα δικάσιμο και να επιτύχουν ενδεχομένως μια θετική για αυτούς απόφαση.
Επίσης τυχεροί είναι όσοι μετά την έκδοση πρωτοδικης απορριπτικής απόφασης άσκησαν έφεση εντός της τασσόμενης προθεσμίας για να μην την χάσουν, χωρίς όμως να την προσδιορίσουν στο Εφετείο. Και αυτοί, αν υπάρξει θετική εξελιξη θα μπορούν να προσδιορίσουν την έφεσή τους και να την δικάσουν, με ευνοϊκη απόφαση.
Με βάση τα δεδομένα που έχουμε σημερα τι μπορούν να κάνουν όσοι τους πρόλαβαν οι εξελίξεις και δεν κινήθηκαν ποτέ νομικά για τα δάνεια αυτά:
Για όσα λοιπόν δάνεια καταγγελμένα ή εξυπηρετούμενα με ρύθμιση εξακολουθούν να πληρώνονται με την ισοτιμία ελβετικού φράγκου/ευρώ υπάρχει η εξής δυνατότητα:
Άσκηση ατομικής αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Κατά πάσα πιθανότητα η αγωγή θα απορριφθεί στον πρώτο βαθμό από το δικαστήριο διότι οι δικαστές στην πλειοψηφία τους ακολουθούν κατά γράμμα την απόφαση του Α.Π.
Αυτό όμως θα είναι εν γνώσει του δανειολήπτη, ο οποίος θα έχει το δικαίωμα έφεσης. Ασκείται η έφεση κανονικά χωρίς όμως να προσδιοριστεί καθώς δεν είναι υποχρεωτικό.
Επομένως ο δανειολήπτης είναι μέσα στο παιχνίδι ακόμα, αφού, έχει ασκήσει την έφεση του την οποία αφήνει να «κοιμάται».
Όταν και αν υπάρξει θετική εξέλιξη στα δάνεια αυτά, θα μπορεί να την προσδιορίσει, εμπλουτίζοντας το περιεχόμενο της έφεσής του με πρόσθετους λόγους. Έτσι θα έχει περισσότερες πιθανότητες να κερδίσει στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας την υπόθεση.
Αν για κάποιο λόγο υποχρεωθεί να δικαστεί η υπόθεση στο Εφετείο προτού υπάρξουν για αυτόν θετικές εξελίξεις, τότε θα έχει το δικαίωμα αναίρεσης.
Να σημειωθεί ότι τουλάχιστον για τα δικαστήρια Αθηνών, οι δικάσιμοι που δίνονται τόσο σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό είναι αρκετά μακρινές, που αυτό στην συγκεκριμένη περίπτωση εξυπηρετεί, αφού δίνει ακόμα περισσότερο χρονο στο να υπάρξουν θετικές εξελίξεις στο ζήτημα αυτών των δανείων.
Επισης η ασκηση μιας τακτικής αγωγής δημιουργεί εκκρεμοδικία και αυτό είναι προς το συμφέρον του δανειολήπτη για τον εξής λόγο. Αν ο δανειολήπτης έχει ασκήσει αγωγή και η τράπεζα μεταγενέστερα εκδώσει δγη πληρωμής, τότε αναλόγως και σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εκδίκαση της αγωγής, ο δανειολήπτης θα μπορεί να κάνει ανακοπή και αίτηση αναστολής με πολλές πιθανότητες να την κερδίσει λόγω δικονομικών τυπικών παραβάσεων από πλευράς της τράπεζας.
Επομένως με τον τρόπο αυτό εμποδίζεται η τράπεζα να προχωρήσει ενδεχομένως και σε πλειστηριασμό ενός ακινήτου που έχει αγοραστεί με δάνειο σε ελβετικό φράγκο.
Φυσικά η προτεινόμενη λύση δεν έχει άμεσα ορατά αποτελέσματα, αλλά αν η τράπεζα που γνωρίζει πριν τον δανειολήπτη τις εξελίξεις σε αυτά τα θέματα, όπως έχει αποδειχθεί μέχρι τώρα, προλάβει να γυρίσει ένα δάνεια που πληρώνεται σε ελβετικό φράγκο, σε ευρώ, δεδομένου ότι σε πολλές δανειακές συμβάσεις προβλέπεται από όρο το δικαίωμα της να το κάνει μονομερώς, τότε ο δανειολήπτης μπορεί να μη νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή στο μέλλον.