«Αποδέχομαι τις κατηγορίες. Σε καμία περίπτωση δεν έγιναν με το σκεπτικό της απόφασης . Αποδέχομαι τις πράξεις αυτές για τις οποίες ντρέπομαι. Σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσα να βλάψω τη σύντροφό μου. Από τη μέρα εκείνη χάθηκαν τα πάντα. Μισώ τον εαυτό μου για εκείνη τη στιγμή. Το μόνο που βγαίνει από μέσα μου ένα μεγάλο συγγνώμη προς την οικογένειά της και όσους έχουν πληγεί από εκείνη τη μέρα που νιώθω μόνο ντροπή, και συγγνώμη θέλω να ζητήσω».

Αυτό ισχυρίστηκε ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος ενώπιον του Μικτού Εφετείου Κακουργημάτων όπου δικάζεται σε δεύτερο βαθμό για την δολοφονικά της συζύγου του Καρολάιν Κράουτς μετά την ανάγνωση του κατηγορητηρίου, υποστηρίζοντας μέσω του συνηγόρου του Αλέξανδρου Παπαϊωαννίδη ότι βρισκόταν σε βρασμό ψυχικής ορμής.

Όπως δε δηλώθηκε, σε αυτή τη δίκη θα καταθέσουν και έξι μάρτυρες προς υπεράσπιση του κατηγορούμενου, κάτι που δεν είχε γίνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Μεταξύ αυτών και οι γονείς του Μπάμπη Αναγνωστόπουλου.

«Ψύχραιμος και ψυχρός»

Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε στο δικαστήριο ο αρχιφύλακας Χρήστος Βαρδίκος οποίος είχε πάρει αγκαλιά τη μικρή Λυδία και την είχε βγάλει έξω από τη μεζονέτα των Γλυκών Νερών μετά τη δολοφονία της μητέρας της. Όπως περιέγραψε ο μάρτυρας που τότε υπηρετούσε στην Άμεση Δράση «Γύρω στις έξι και τέταρτο το πρωί λάβαμε σήμα για άτομο που καλεί σε βοήθεια .Φτάσαμε άμεσα μετά από τρία τέσσερα λεπτά. Κατά την άφιξη μας είδαμε μια γειτόνισσα να κρατά ένα τηλέφωνο στο χέρι σε ανοιχτή ακρόαση και μας έδωσε να μιλήσουμε. Ακούσαμε αντρική φωνή να φωνάζει πνιχτά «βοήθεια μας σκοτώνουν».

Μας πήγε η γειτόνισσα στην πίσω πλευρά όπου είδαμε στο υπόγειο ένα παράθυρο που σαν πρώτη εικόνα φαινόταν να είναι παραβιασμένο. Πιθανόν σκεφτήκαμε ότι ήταν διάρρηξη... Καλέσαμε και περιπολικό. Μπήκαμε τέσσερις αστυνομικοί στο χώρο. Στο πρώτο όροφο υπήρχε το σπιτάκι του σκύλου και υπήρχαν κόπρανα στρίβοντας για να ανέβουμε στη σκάλα το είδαμε να είναι κρεμασμένο από την κουπαστή. Στον πρώτο όροφο υπήρχε μια μικρή ακαταστασία. Ανεβήκαμε στη σοφίτα. Εκεί είδαμε τη γυναίκα ξαπλωμένη μπρούμυτα, φαινόταν ότι ήταν νεκρή. Ο κατηγορούμενος ήταν δεμένος σε εμβρυακή στάση. Λαιμός, στόμα και μάτια κλειστά με καφέ ταινία. Πάνω στο κρεβάτι με τα χέρια στη μητέρα του ήταν το μωρό. Το θύμα ήταν δεμένο πισθάγκωνα και δεμένο στο λαιμό, τύπου την έχουν στραγγαλίσει. Το πρόσωπο της δεν φαινόταν, ήταν στο κρεβάτι. Η κοπέλα ήταν νεκρή. Πήρα το μωρό στην αγκαλιά. Έλυσα τα χέρια της. Ο κατηγορούμενος μόλις τον λύσαμε άρχισε να σκουντάει τη νεκρή Της έλεγε «Καρολάιν αγάπη μου». ..Μου ζήτησε να πάρει στην αγκαλιά του το μωρό. Του το έδωσα. Έκανε κινήσεις άγαρμπες... Σαν να θρηνεί ...Και πήραμε το μωρό για να μην τραυματιστεί… Τον ρωτούσαμε τι είχε συμβεί. Μας έλεγε «μας λήστεψαν ,μας σκότωσαν» χωρίς πολλές λεπτομέρειες.

Πρόεδρος. Ήταν σφιχτά δεμένος ο κατηγορούμενος;

Μάρτυρας: Απ΄ ότι ενημερώθηκα από το συνάδελφο που τον έλυσε η ταινία στο λαιμό ήταν σφιχτά, από τη μύτη και πάνω ήταν χαλαρά. Κατεβαίνοντας είδαμε το ζώο κρεμασμένο εκεί. Δεν υπήρξε καμία αντίδραση του κατηγορουμένου. Σαν να μην το είδε. Πέρασε και δεν ακούμπησε που λέμε.

Πρόεδρος. Από τη στιγμή που βγήκατε έξω τι έγινε;

Μάρτυρας: Εκεί άρχισαν πολλά περίεργα. Είδαμε ότι δεν υπήρχε ίχνος παραβίασης στο παράθυρο, ήταν απλά βγαλμένο. Μας έκανε εντύπωση η ψυχραιμία του. Υπήρχε μια πραότητα… Του έλεγα να πάρει κάποιον συγγενή του να πάρει το μωρό για εξετάσεις και μου έλεγε «όχι ακόμη θα πάρω σε λίγο». Από δική μου προτροπή του έδωσα το κινητό μου να πάρει τηλέφωνο τους γονείς του. Επέμενε ότι πήρε τηλέφωνο εκείνες τις στιγμές με τη μύτη.

Πρόεδρος: Τι εκδοχή σας έδωσε για το θάνατο της συζύγου του;

Μάρτυρας: Μας έλεγε ότι επειδή τον δέσανε στο λαιμό, ότι λιποθυμούσε και ξυπνούσε και δεν είδε πως έγινε και πως δεν ήξερε ότι ήταν νεκρή.

Πρόεδρος: Δηλαδή η εντύπωση που σας έδωσε ήταν ότι ήταν σε πανικό;

Μάρτυρας: Ναι. Ότι ήταν σε πανικό, ότι τους είχαν ληστέψει και ότι δεν ήξερε ότι η γυναίκα του ήταν νεκρή. Μόλις κατεβήκαμε κάτω ο βοηθός μου είπε: «Αυτός το έκανε». Και αυτό το αναφέραμε μάλιστα… Εγώ σοκαρίστηκα με την εικόνα του παιδιού δεν μπορούσα ούτε να διαβιβάσω στον ασύρματο. Ο κατηγορούμενος είχε μια συμπεριφορά που δεν ταίριαζε με τη στιγμή», είπε ο μάρτυρας απαντώντας σε ερωτήσεις του εισαγγελέα της έδρας. «Δεν ήθελα να το δεχτώ ούτε εγώ ότι το έκανε αυτός…. Δεν ήταν καλός ηθοποιός», είπε ο μάρτυρας για τον κατηγορούμενο σημειώνοντας πως ούτε για το μωρό δεν ρώτησε ο Μπ. Αναγνωστόπουλος. «Εγώ πήρα μια κουβέρτα και το τύλιξα» είπε, ενώ σημείωσε πως ο 35χρονος του έλεγε συνεχώς «άσε με να ηρεμήσω», όταν εκείνος τον προέτρεπε να πάρει τηλέφωνο τους γονείς του.

Πολιτική Αγωγή: Ήταν ψύχραιμος ή ψυχρός;

Μάρτυρας: Και τα δύο.

Υπεράσπιση: Λέτε ότι δεν πήρε το παιδί αγκαλιά άλλα άνθρωπος του ΕΚΑΒ έχει καταθέσει ότι τον είδε να το παίρνει αγκαλιά...

Μάρτυρας: Σίγουρα τα πρώτο μισάωρο δεν πήρε το παιδί αγκαλιά. Τώρα αν το πήρε λίγο πριν έρθει το ασθενοφόρο δεν το ξέρω.

Υπεράσπιση: Είδατε ένα καλά σκηνοθετημένο σκηνικό μέσα στο σπίτι ή πρόχειρο;

Μάρτυρας: Ήταν σκηνοθετημένο. Μπορεί να υπήρχε προχειρότητα, έλλειψη εμπειρίας. Δε θα πω αν ήταν καλά ή κακά, θα πω ότι ήταν κούτα, χαζά σκηνοθετημένο.

Υποψίες από την αρχή

Στη συνέχεια στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε ο αστυνομικός Κλεάνθης Αντωνόπουλος, που έφτασε επίσης αμέσως στο σημείο της δολοφονίας.

«Είδα τον συνάδελφό μου να μιλάει στο τηλέφωνο. Μιλούσε με τον κατηγορούμενο. Μπήκαμε από πίσω από ένα παράθυρο το οποίο βρήκαμε βγαλμένο κι όχι σπασμένο. Μου έκανε εντύπωση γιατί ένας κλέφτης δεν αφήνει το παράθυρο, αλλά προχωρήσαμε να «καθαρίσουμε» το χώρο για να μην κινδυνέψουμε. Είδαμε το σκυλί κρεμασμένο, το λέω και μου σηκώνεται η τρίχα… Ακούσαμε μια φωνή να καλεί σε βοήθεια. Ήταν πνιχτή, νόμιζα ότι ήταν μεγάλος άνθρωπος.

Μπαίνοντας στη σοφίτα βλέπω το μωρό να με κοιτάει στα μάτια με ηρεμία. Ακούμπαγε τα χέρια του πάνω στο άψυχο σώμα της μητέρας του. Μου έκανε εντύπωση πως το αφήσανε στο κρεβάτι και πως 2,5 ώρες μετά δεν είχε πέσει από αυτό. Ο κατηγορούμενος ήταν δεμένος σε εμβρυακή στάση. Έκανε πως δεν μπορεί να ανασάνει, έλεγα πως μπορεί να πεθάνει. Πριν όμως δεν ακουγόταν κάτι τέτοιο. Πήγα να τον λύσω νομίζοντας ότι πνιγόταν. Η ταινία στα μάτια ήταν προσεκτικά βαλμένη όχι από την πλευρά που κολλάει. Προφανώς για να μη κάνει ζημιά στα μάτια. Τα πόδια και τα χέρια ήταν χαλαρά δεμένα με κοινό άσπρο σπάγκο.

Με το που σηκώνεται πάει στη γυναίκα του, την ακουμπά και λέει «αγάπη μου…». Πήγε μια φορά στο θύμα και δεν ασχολήθηκε άλλο μαζί της. Η αντίδραση του ήταν τόσο ψυχρή κι αδιάφορη που νόμιζα ότι δεν κατάλαβε… Μας είπε ότι μπήκαν 3 στο δωμάτιο. Τους σημάδεψαν με ένα μαύρο όπλο και ένα ασημένιο περίστροφο. Φόραγαν σκούρα ρούχα κι ότι ενός του κατέβασε η Καρολάιν τη μάσκα. Είπε ότι μιλούσαν αλβανικά ή βουλγάρικα. Έλεγε «γιατί τη σκοτώσανε αφού τους είπα που είναι τα λεφτά;». Μας είπε ότι εκείνον δεν τον σκότωσαν γιατί ήταν ψύχραιμος και ότι η Καρολάιν φώναζε και προσπαθούσε να αντισταθεί. Του έγιναν πολλές ερωτήσεις. Ωστόσο, αυτός ο άνθρωπος δεν αρνήθηκε ποτέ να απαντήσει. Έκανε με ψυχραιμία και σχεδιάγραμμα. Δεν είπε μια φορά «τι έπαθα, ρε παιδιά καταστράφηκα».

Εγώ είπα στο Ανθρωποκτονιών όταν πήγα να καταθέσω ότι αυτός το έχει κάνει. Μου απάντησαν «καλύτερα ένας ένοχος έξω παρά ένας αθώος στη φυλακή».

Πολιτική αγωγή: Μήπως φαινόταν ως ένας άνθρωπος που προσπαθούσε να εξαπατήσει τους πάντες;

Μάρτυρας: Ναι, αυτή την εντύπωση μου έδινε.