O Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προειδοποίησε για «κατάσταση βιολογικού κινδύνου» στην πρωτεύουσα του Σουδάν, περιγράφοντας ως λάφυρο πολέμου εργαστήριο που περιείχε παθογόνα δείγματα χολέρας και ιλαράς.

Ο καθηγητής Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Γκίκας Μαγιορκίνης μίλησε στην ΕΡΤ και εξέφρασε την άποψη ότι υπάρχει κίνδυνος, καθώς τα παθογόνα (ιλαρά και χολέρα) που υπάρχουν στο συγκεκριμένο εργαστήριο μπορούν να προκαλέσουν επιδημίες.

«Απ' ό,τι διάβασα, αναφέρονται δύο παθογόνα. Το ένα είναι η ιλαρά και το άλλο είναι η χολέρα. Τώρα υπάρχει σίγουρα κίνδυνος, καθώς αυτά τα παθογόνα μπορούν να προκαλέσουν επιδημίες. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται πολύ προσεκτικός χειρισμός», είπε χαρακτηριστικά.

Για την πιθανότητα να μετατραπούν τα δύο αυτά παθογόνα σε βιολογικά όπλα, εξήγησε ότι η διαδικασία είναι διαφορετική από την απλή χρήση τους στα εργαστήρια. «Δεν μετατρέπονται απευθείας σε βιολογικά όπλα. Και οι ίδιοι θα μπορούσαν να μολυνθούν εάν και εφόσον μπούνε μέσα στα εργαστήρια και δεν προσέξουν», τόνισε.
«Δεν υπάρχει κίνδυνος για την παγκόσμια υγεία», δήλωσε ο Μαγιορκίνης για τους ιούς στο Σουδάν

Ο κ. Μαγιορκίνης ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για την παγκόσμια υγεία, παρά μόνο σε τοπικό επίπεδο. «Το θεωρώ εξαιρετικά απίθανο. Ο μεγάλος φόβος είναι η χολέρα. Γιατί εάν ο πόλεμος οδηγεί σε καταστροφή των υποδομών κυρίως του νερού και στην αποχέτευση και η χολέρα περάσει σε μια κοινότητα, είναι εύκολο να διασπαρεί υπό αυτές τις συνθήκες», δήλωσε.
Για τη γρίπη των πτηνών

Ο καθηγητής αναφέρθηκε και στη γρίπη των πτηνών. «Εάν υπάρχει κάτι που μας τραβάει αυτή τη στιγμή την προσοχή, είναι η γρίπη των πτηνών, η οποία φαίνεται ότι έχει μεγάλη επικράτηση στα πτηνά σε όλο τον κόσμο και φαίνεται ότι είναι ένα τσακ παραπάνω κοντά στον άνθρωπο» σημείωσε.

«Αναφέρονται κάθε χρόνο διάσπαρτες λοιμώξεις, οι οποίες σε μεγάλο ποσοστό είναι και θανατηφόρες, γιατί η γρίπη των πτηνών είναι αρκετά πιο βαριά γρίπη από την κλασική γρίπη και είναι από τα πιο επικίνδυνα στελέχη που έχουμε όσον αφορά τη γρίπη. Προς το παρόν δεν βλέπουμε προσαρμογή στον άνθρωπο, αλλά εκεί η επιστημονική κοινότητα έχει στρέψει την προσοχή της και θα μας απασχολήσει τα επόμενα χρόνια. Προς το παρόν δεν βλέπουμε κάτι άμεσο, αλλά είναι αυτό το οποίο θεωρούμε το πιο επικίνδυνο αυτή τη στιγμή», σημείωσε.