Ο θάνατος του έκπτωτου βασιλιά Κωνσταντίνου στο θεραπευτήριο «Υγεία» σφραγίζει το τέλος μιας εποχής για την σύγχρονη ιστορία του τόπου. Μπορούμε να ισχυριστούμε πια πως η χώρα έκλεισε κάθε εκκρεμότητα με το παρελθόν της και ιδιαίτερα με το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Και αυτό γιατί σε αυτή τη δραματική συγκυρία ο Κωνσταντίνος υπήρξε, εις εκ των πρωταγωνιστών. Σε μια ακολουθία γεγονότων  που οδήγησαν στον ακρωτηριασμό της Κύπρου το καλοκαίρι του 1974.

Γεννημένος στην Αθήνα, στις αρχές του 1940, όταν και ο πατέρας του Παύλος ήταν διάδοχος του ελληνικού θρόνου, μεγάλωσε μέσα σε ένα κλίμα ψυχροπολεμικό  μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η ανάρρηση του πατέρα του στον θρόνο την πρωταπριλιά του 1947, αυτομάτως τον έχρισε διάδοχο, γεμίζοντας τον ευθύνες ήδη από τα επτά του έτη. Κάτι που ήταν εντελώς ασύμβατο με τον χαρακτήρα του και που  αποδείχθηκε περίτρανα κατά την διάρκεια της σύντομης βασιλείας του.

Ουκ ολίγα τα σκάνδαλα που του «φόρτωναν» οι κοσμικές στήλες των Αθηνών, στα τέλη του 1950 και τις αρχές του 1960 προκειμένου οι αστικοί μύθοι της εποχής να είναι «υποψιασμένοι» για τον επόμενο μονάρχη. Και είναι αλήθεια πως παρά την έντονα πολιτική δραστηριότητα του παλατιού εκείνη την εποχή, ο θεσμός έμοιαζε τόσο ασφαλής που μπορούσε να «παίζει» και με τα φώτα της δημοσιότητας. Την ίδια στιγμή που οικοδομούσε ένα κράτος αυταρχικό, γεμάτο διωγμούς και ανισότητες.

Οι αρχές της δεκαετίας του 1960 όμως, ήταν μια εποχή με διεργασιών  σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Κοινωνικά στρώματα και συντεχνίες ζητούσαν περισσότερη συμμετοχή στα κοινά και το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία, ήταν πιο έντονο από ποτέ. Το παλάτι σε εκείνη την φάση διεμήνυε στους στρατιωτικούς πως του ανήκουν μέσω μιας «θείας σύνδεσης» μεταξύ του Παύλου και των Ελλήνων αξιωματικών, ενώ παράλληλα φρόντιζε σε μια όχι και τόσο ανέφελη συνεργασία με το Κωνσταντίνο Καραμανλή, να χορηγεί πλουσιοπάροχες προίκες στην πριγκίπισσα Σοφία που θα νυμφευόταν το διάδοχο του ισπανικού θρόνου, Χουάν Κάρλος. Το μίγμα που είχε δημιουργηθεί ήταν εκρηκτικό και δεν θα αργούσε να το επωμισθεί στις πλάτες του ο νεαρός Κωνσταντίνος.

Ήδη μάλιστα , από τα τέλη του 1963 ο βασιλιάς Παύλος ήταν βαριά ασθενής και το παλάτι είχε καταφέρει να κρύψει καλά την ασθένειά του ακόμα και από πιστές φιλομοναρχικές εφημερίδες. Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο ανένδοτος αγώνας έρχονταν με ορμή στην εξουσία καθώς ήταν σαφές πως οι ΗΠΑ, προτιμούσαν «εθνικόφρονα» κυβερνητικά σχήματα, που δεν ανήκαν απαραίτητα στο χώρο της Δεξιάς. Ο Καραμανλής ήδη από τον Απρίλιο του 1961 και την επίσκεψή του στον πρόεδρο Κένεντι το γνώριζε καλά αυτό.

Έτσι, τον Μάρτιο του 1964 και αφού είχε ορκίσει την κυβέρνηση της ΕΚ ο βασιλιάς Παύλος, έφευγε από την ζωή αφήνοντας πίσω του διάδοχο τον Κωνσταντίνο. Άπειρο, απροετοίμαστο και έρμαιο στις κακές συμβουλές της βασιλομήτορος Φρειδερίκης και του Παλατιού. Ωστόσο η αρχή της «συγκατοίκησης» του ιστορικού προσώπου του Πρωθυπουργού και του νεαρού βασιλέα, έμοιαζε ειδυλλιακή. Το κλίμα στην κοινωνία είχε αλλάξει, οι ακραίες δημοσιονομικά  παροχές της ΕΚ, είχαν δημιουργήσει κλίμα ευφορίας και το Κυπριακό έμπαινε σε τροχιά επίλυσης. Κάνοντας τον Κωνσταντίνο σε μια στιγμιαία έκρηξη πολιτικής μεγαλοσύνης , να προτείνει στον Παπανδρέου την αναγνώριση του ΚΚΕ, ως ύψιστη πράξη εθνικής συμφιλίωσης και τερματισμού των διχασμών του παρελθόντος. Κάτι που φυσικά ο αντικομμμουνιστής «Γέρος της Δημοκρατίας» και για ψηφοθηρικούς λόγους, απέρριψε.

Γρήγορα όμως, το φλερτ εξελίχθηκε σε θρίλερ. Η υπόθεση «Ασπίδα» και η επιμονή του Παπανδρέου να αναλάβει το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, που θα διενεργούσε ανακρίσεις εναντίον του Ανδρέα Παπανδρέου σχετικά με την πιθανή ανάμιξή του στην υπόθεση, οδήγησαν τον γηραιό ηγέτη σε παραίτηση, ανοίγοντας τις πόρτες της αβύσσου για την ελληνική δημοκρατία. Οι επιστολές που αντάλλαξαν στα μέσα Ιουλίου του 1965, ο Κωνσταντίνος με τον Παπανδρέου αποτελούν μνημείο θλιβερών συμβούλων που αντί να δώσουν διέξοδο στην κρίση, συμβούλευαν ένα πανικόβλητο νεαρό μονάρχη να ρίξει κι άλλο λάδι στην φωτιά. Βέβαια σε αυτό το πλαίσιο βοηθητική των κακών χειρισμών του Κωνσταντίνου υπήρξε και μια μεγάλη πτέρυγα της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΕΚ, που αγωνιούσε να ξεφορτωθεί τον Αχαιό πολιτικό. Με κυρίαρχο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Οι κυβερνήσεις αποστασίας και η επεισοδιακή τους ανάδειξη στην εξουσία απέδειξαν πως ο Κωνσταντίνος, λειτουργούσε ως πελαγωμένος κομματάρχης, που προσπαθούσε να γαντζωθεί στην εξουσία με κυβερνήσεις ανδρείκελων. Κάτι που επιβεβαιώθηκε με πάταγο και στους πρώτους χειρισμούς του με το ξέσπασμα του κινήματος της 21ης Απριλίου του 1967. Η μοιραία φωτογραφία με την κυβέρνηση Κόλλια, του είχε στερήσει την ευκαιρία να «ισοφαρίσει» το κακό που είχε κάνει την προηγούμενη διετία και στο πολίτευμα και στην χώρα. Όταν το κατάλαβε, ήταν πλέον πολύ αργά. Το αντικίνημα του Δεκεμβρίου του 1967, ήταν ελλιπώς προετοιμασμένο, οπερετικό και καταδικασμένο σε αποτυχία. Οδηγώντας και τον ίδιο στο δρόμο της εξορίας.

Η πτώση της χούντας το 1974 και οι θλιβερές συνέπειες που αυτή είχε για τον ελληνισμό, δεν κατάφεραν να αλλάξουν την ατζέντα για τον Κωνσταντίνο. Το δημοψήφισμα του 1974, που διοργανώθηκε από την κυβέρνηση Καραμανλή, κάτω από υποδειγματικές διαδικασίες για χώρα που μόλις είχε εξέλθει από μια επταετή δικτατορία ήταν ξεκάθαρο. Ο ελληνικός λαός αποδοκίμαζε την βασιλεία, παρά το γεγονός πως ο έκπτωτος πια μονάρχης θεωρούσε πως ήταν άδικες οι συνθήκες διεξαγωγής, καθώς δεν του είχε επιτραπεί η είσοδος στην χώρα και είχε απευθυνθεί στο σώμα των εκλογέων μόνο με δύο τηλεοπτικά διαγγέλματα. Τα οποία ήτα γραμμένα σε καθαρά συναισθηματικό τόνο, λέγοντας πως στην Ελλάδα βρίσκονταντα σπίτια και οι τάφοι των προγόνων του. Σημάδι που φανέρωνε  πως η ανάγνωση του παρελθόντος με πολιτικούς όρους δεν τον ευνοούσε πια.

Τα ζητήματα που προέκυψαν αργότερα με το ζήτημα της βασιλικής περιουσίας και της ιθαγένειας του ανάχθηκαν στο επίπεδο του lifestyle, όπως και η επεισοδιακή επίσκεψη του το καλοκαίρι του 1993 στην Ελλάδα όπου τον ακολουθούσαν μανιωδώς δημοσιογράφοι σε κάθε του βήμα. Από εκεί και πέρα ο δημόσιος βίος του, κατέστησε σε όλους σαφές πως η δημοκρατία και η απρόσκοπτη λειτουργία του πολιτεύματος, μόνο από περιπτώσεις πρώην εστεμμένων δεν κινδύνευαν. Και αυτό το έδειξε η ζωή και η ίδια η πραγματικότητα.