Καθοριστική για την ψυχική υγεία, τη σχολική απόδοση, αλλά και την ομαλή κοινωνικοποίηση των εφήβων ήταν η τηλεκπαίδευση που εφαρμόστηκε παγκοσμίως στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων για τη διασπορά του κορωνοϊού, σύμφωνα με τα συμπεράσματα νέας μελέτης που δημοσιεύθηκαν στο PLOS ONE.

Η πανδημία του κορωνοϊού επηρέασε τις ζωές όλων, που είδαν την καθημερινότητά τους να αλλάζει δραστικά, λόγω των καθολικών lockdown που εφαρμόστηκαν την περίοδο 2020 – 2021. Ιδιαιτέρως επιζήμια φαίνεται πως ήταν αυτή η συνθήκη για τους εφήβους. Πρόκειται, άλλωστε, για μια ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο στη ζωή ενός ανθρώπου, όπου ακόμη διαμορφώνεται η προσωπικότητά του. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι γι’ αυτούς τους οι επιπτώσεις ήταν αρνητικές, όπως αναφέρει το ygeiamou.

Τα πρώτα ευρήματα της μελέτης δείχνουν ότι η αναστολή της δια ζώσης εκπαίδευσης προκάλεσε αδικαιολόγητο άγχος, χαμηλά επίπεδα κοινωνικής ένταξης και χαμηλή ικανοποίηση από το σχολείο για πολλούς, ενώ δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις προβλημάτων ψυχικής υγείας.

Ειδικότερα, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια συνέλεξαν τα δεδομένα 1.256 εφήβων, ηλικίας 14-16 ετών από τις ΗΠΑ, με στόχο να αξιολογήσουν πώς ο τρόπος μάθησης επηρέασε τα συναισθήματα σχολικής ικανοποίησης και επιτυχίας, την κοινωνική σύνδεση, την ψυχική υγεία και τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Από τα συμπεράσματα της έρευνας προέκυψε ότι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις συνέπειες εγκλεισμού της πανδημίας αποδείχθηκαν οι τρανς έφηβοι ή οι έφηβοι απροσδιόριστου φύλου, αλλά και οι μαθητές που παρακολουθούσαν το σχολικό τους πρόγραμμα μέσω τηλεκπαίδευσης κατά την περίοδο 2020 – 2021. Και στις δύο αυτές ομάδες παρατηρήθηκε σημαντική πτώση στη σχολική απόδοση, αλλά και μικρότερη ικανοποίηση από το σχολείο συγκριτικά με τα προηγούμενα έτη. Ανέφεραν, επίσης, ότι αισθάνονταν να συνδέονται λιγότερο κοινωνικά και αντιμετώπιζαν αυξημένα προβλήματα ψυχικής υγείας. Αντιθέτως, οι νέοι που παρακολουθούσαν δια ζώσης τα μαθήματά τους, ανέφεραν πιο έντονα το αίσθημα της ένταξης στο κοινωνικό σύνολο.

«Είναι σαφές ότι ορισμένα άτομα τελείωσαν τη σχολική χρονιά 2020-21, αντιμετωπίζοντας περισσότερες αντιξοότητες από άλλα», δήλωσε ο Drew Cingel, επικεφαλής συγγραφέας και αναπληρωτής καθηγητής επικοινωνίας του Πανεπιστημίου.

Μέσα σε όλη αυτή την αντιξοότητα, οι ερευνητές εκτίμησαν ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα οποία οι έφηβοι είναι ιδιαίτερα ενεργοί θα λειτουργούσαν εξισορροπητικά. Παραδόξως, όμως, διαψεύστηκαν, καθώς αποδείχθηκε ότι οι εν λόγω πλατφόρμες απέτυχαν να αντισταθμίσουν τις πραγματικές, προσωπικές κοινωνικές συνδέσεις που δημιουργούνται στο σχολικό περιβάλλον.

Κι ενώ οι έφηβοι χρησιμοποίησαν περισσότερο τα social media κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όπως ήταν αναμενόμενο, η αυξημένη κοινωνικοποίηση στο διαδίκτυο έδειξε ότι είχε τόσο θετικό, όσο και αρνητικό αντίκτυπο.

«Ενώ οι έφηβοι είναι έμπειροι και συχνοί χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και αναφέρουν ότι τα χρησιμοποιούν για κοινωνικούς σκοπούς, σε αυτήν την περίπτωση, που χάθηκε τόσο μεγάλο μέρος της διαπροσωπικής κοινωνικοποίησης, δεν φαίνεται να αποτελούν επαρκή μηχανισμό για να αντισταθμίσουν αυτή την απώλεια», σχολίασαν οι ερευνητές.

«Στην πραγματικότητα, η προβληματική χρήση των social media ήταν υψηλότερη σε εκείνους που συμμετείχαν στην τηλεκπαίδευση. Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι δεν επιστρέφουν όλοι οι νέοι στο σχολείο με τις ίδιες συνέπειες από την πανδημία», τονίζει ο Cingel.

Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι τρέχουσες σχολικές παρεμβάσεις κρίνονται απαραίτητες για να βοηθήσουν τους εφήβους να ανακάμψουν από τις ανισότητες που βιώθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της ιδιαίτερης περιόδου, κατέληξαν οι ερευνητές.