Μπορεί η πρώτη σπίθα να ήταν η εξέγερση της Νομικής, τον Φεβρουάριο του 1973, ωστόσο η εξέγερση του Πολυτεχνείου ήταν ο καταλύτης, γιατί απέδειξε στην πράξη ότι πρώτον η χούντα των συνταγματαρχών δεν ήταν ανίκητη και ότι δεύτερον πίσω από το ψεύτικο προσωπείο των όποιων παροχών σε άρτο και θεάματα, υπήρχε ένα απάνθρωπο καθεστώς που δεν υπολόγιζε την αξία του ανθρώπου.

Από το πρώτο βράδυ της κατάληψης, όταν ακόμα κανείς δεν μπορούσε να σκεφτεί ότι σε 3 μέρες θα χάνονταν άνθρωποι, φάνηκε η ανάγκη να συσταθεί στο χώρο της κατάληψης ένα πρόχειρο ιατρείο, για μια ώρα πρώτης ανάγκης. Υπεύθυνος του Ιατρείου τότε είχε οριστεί ο φοιτητής της Ιατρικής Γιώργος Παυλάκης. Οι φοιτητές είχαν εξοργιστεί από την απόφαση της Χούντας να απαντήσει στην εξέγερση της Νομικής με μαζική, υποχρεωτική στράτευση, οπότε στην κατάληψη κατέβηκαν φοιτητές από όλες τις Σχολές των ΑΕΙ, και σπουδαστές ανώτερων ή κατώτερων Σχολών εκείνης της εποχής. Μετά, η κατάληψη γιγαντώθηκε, καθώς μαθητές, εργάτες και υπάλληλοι συγκεντρώθηκαν στην Οδό Πατησίων, διατρανώνοντας την αντίθεσή τους στο καθεστώς του Παπαδόπουλου. Υπολογίστηκε ότι μέχρι και 30.000 είχαν φτάσει οι διαδηλωτές σε κάποια στιγμή.

Ένα ιατρείο ήταν τουλάχιστον απαραίτητο. Και οι φοιτητές, μετά την Νομική είχαν μάθει να οργανώνονται. Σε μια αίθουσα του κτιρίου της Αρχιτεκτονικής έφτιαξαν ένα πρόχειρο ιατρείο για ελαφρά περιστατικά, αλλά και ένα αυτοσχέδιο χειρουργείο, χρησιμοποιώντας τραπέζια και γραφεία. Αργότερα, όταν άρχισαν τα δακρυγόνα και το ξύλο, στις 16 Νοεμβρίου, στήσανε κι ένα σταθμό πρώτων βοηθειών, πιο κοντά στην πύλη του ιδρύματος. Τις πρώτες ημέρες πρόσφεραν υπηρεσίες φοιτητές της Ιατρικής. Μετά έσπευσαν γιατροί, από το Ρυθμιστικό Κέντρο (το σημερινό «Γιώργος Γεννημάτας» μετά από μια περιπετειώδη διαδικασία) , αλλά και από το Λαϊκό Νοσοκομείο, από το ΚΑΤ, ο καθηγητής Χειρουργικής Κωνσταντίνος Αλιβιζάτος, ο ψυχίατρος Π. Σακελλαρόπουλος, αλλά και ιδιώτες γιατροί, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στις εκκλήσεις του ραδιοφωνικού σταθμού που είχαν στήσει οι φοιτητές.

Οι χαφιέδες και οι νεκροί

Αυτές τις εκκλήσεις εκμεταλλεύτηκαν και πολλοί χαφιέδες του καθεστώτος. Μερικοί μάλιστα φόρεσαν και λευκές ιατρικές μπλούζες, για να περάσουν από την αποκλεισμένη πύλη. Σε πρώτη φάση εκεί στο πρόχειρο χειρουργείο της Αρχιτεκτονικής μεταφέρθηκαν όλοι οι βαριά τραυματίες και οι πρώτοι νεκροί, αλλά αργότερα μάρτυρες ανέφεραν ότι προτιμήθηκε να μεταφερθούν σε άλλη αίθουσα οι νεκροί, για να μην καμφθεί το ηθικό των διαδηλωτών. Ο Παυλάκης που είχε μια γενικότερη εικόνα της κατάστασης πάντως, δεν ανέφερε αργότερα, σε κείμενα που έγραψε, αριθμό νεκρών. Ειδικά το θέμα των νεκρών του Πολυτεχνείου έμελλε να αποτελέσει κεντρικό σημείο σύγκρουσης μεταξύ δεξιών και αριστερών, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, καθώς πολλές δεξιές φωνές, επί χρόνια, αναφέρονταν στην άποψη των χουντικών ότι στο Πολυτεχνείο δεν σκοτώθηκε κανείς, άποψη που έχει εκφράσει δημοσίως και ο Παττακός, κάτι που από μόνο του αρκεί για να πιστέψει κανείς την αντίθετη άποψη.

Η Αντωνία Χαρίτου, φοιτήτρια Ιατρικής τότε, έχει γράψει: «Θυμάμαι ένα παλικάρι, φοιτητή, χτυπημένο από σφαίρα στην καρωτίδα. Δεν γινόταν, δεν μπορούσα να προσφέρω καμιά βοήθεια, ήταν νεκρό. […] Μετά τις πρώτες βοήθειες, φωνάζαμε τα ασθενοφόρα για τραυματίες και νεκρούς. Τους νεκρούς τους είχαμε σκεπασμένους με κουβέρτες και ό,τι βρίσκαμε».
Ο καθηγητής Αλιβιζάτος, στην κατάθεσή του αργότερα στον εισαγγελέα Δ. Τσεβά, ανέφερε ότι, όταν πήγε (από τους πρώτους) στο Πολυτεχνείο, ανταποκρινόμενος στις εκκλήσεις των φοιτητών, εντυπωσιάστηκε από την τάξη και την καθαριότητα με την οποία ήταν οργανωμένο το «πρόσκαιρο νοσοκομείο», όπως το χαρακτήρισε. Το ιατρείο που έστησαν οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο είχε άφθονο ιατροφαρμακευτικό υλικό, καθώς οι απλοί άνθρωποι, όταν άρχισαν οι εκκλήσεις, έσπευσαν να εφοδιάσουν τους φοιτητές με ό,τι είχαν.

Πολλοί από τους τραυματίες είχαν χτυπηθεί από πυροβόλα όπλα, γιατί η Χούντα είχε φροντίσει να ακροβολιστούν ελεύθεροι σκοπευτές στα γύρω κτίρια, οι οποίοι πυροβολούσαν στο ψαχνό. Ο ψυχίατρος Π. Σακελλαρόπουλος στη δική του κατάθεση ανέφερε ότι οι άνθρωποι που είχαν χτυπηθεί από σφαίρες είχαν πυροβοληθεί από ελεύθερους σκοπευτές από την οδό Τοσίτσα.
Ο φαρμακοποιός Αλέξανδρος Παναγόπουλος κατέθεσε αργότερα, στην προανάκριση, ότι είχε πάει στο Πολυτεχνείο με τη γυναίκα του για να βοηθήσουν. Στην δίκη του Πολυτεχνείου δεν κλήθηκε, αργότερα όμως έδωσε πολλές συνεντεύξεις. Τα Μέσα ενημέρωσης τον χαρακτηρίζουν ως τον «γιατρό του Πολυτεχνείου που τη βραδιά της 17ης Νοέμβρη του 1973 έσωζε ζωές κλαίγοντας». Ο ίδιος έχει δηλώσει τα εξής:

Το τέλος

«Τη βραδιά του μακελειού ήμουν μαζί με μια ειδικευόμενη χειρουργό και ένα φοιτητή της ιατρικής στο πρόχειρο ιατρείο που είχε στηθεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Η γυναίκα μου ήταν στο σπίτι της Βέμπο, απέναντι, όπου είχαμε ένα σταθμό επιδέσεως τραυμάτων. Θυμάμαι αίματα παντού και κραυγές και κλάματα και πανικό». Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο φυσικά από αυτήν τη μαρτυρία, είναι ότι η γνωστή τραγουδίστρια της Νίκης του 1940, η Σοφία Βέμπο, είχε μετατρέψει το σπίτι της σε σταθμό πρώτων βοηθειών, προσφέροντας καταφύγιο σε διαδηλωτές.

Αυτό το καλά οργανωμένο και πλούσιο σε εξοπλισμό, πλην πρόχειρο, ιατρείο, στο χώρο του Πολυτεχνείου, έμελλε να έχει άδοξο τέλος. Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι μετά την εισβολή του άρματος μάχης, στρατιώτες και αστυνομικοί εισέβαλαν στο ιατρείο και κατέστρεψαν τα πάντα. Υπάρχουν βέβαια και μαρτυρίες που αναφέρουν ότι πολλοί στρατιώτες είχαν άψογη συμπεριφορά και ότι βοήθησαν διαδηλωτές να διαφύγουν. Αντιθέτως όλες οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι η συμπεριφορά των αστυνομικών ήταν σκαιότατη. Ειδικά για το ιατρείο του Πολυτεχνείου υπάρχει μαρτυρία ότι οι αστυνομικοί όρμησαν ακόμα και στους τραυματίες, σπάζοντας τους ορούς και χτυπώντας τους με κλομπ, ενώ καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν μεγάλες ποσότητες φαρμάκων.

Πηγή: enikos