Είναι η παράσταση της ζωής της. Έτσι λέει και έχει κάθε δικαίωμα να το λέει πλέον, μετά από τέσσερα χρόνια που την ανεβάζει στη θεατρική σκηνή, έχοντας κερδίσει με το σπαθί της το χειροκρότημα του κοινού.

Η Δήμητρα Παπαδήμα έρχεται στην Πάτρα και στο θέατρο "Πάνθεον", το Σάββατο στις 5 Νοεμβρίου, για να παίξει αυτή την παράσταση της ζωής της, το «Αγρίμι», ένα έργο που πηγάζει μέσα από τον έρωτα μιας μεγάλης ηθοποιού, ίσως της μεγαλύτερης που γνώρισε το θεατρικό σανίδι σε αυτή την χώρα.

«Η Μαρίκα Κοτοπούλη δεν προσκύνησε τους μεγάλους και σε αυτό θα τολμούσα να πω ότι της μοιάζω, έχουμε αυτό το κοινό στοιχείο ως προσωπικότητες και χαρακτήρες γιατί και εγώ δεν έχω προσκυνήσει κανέναν από αυτούς» μας λέει ξεκινώντας μας τη συνέντευξη όταν την ρωτήσαμε να μας πει δύο λόγια για τη γυναίκα που υποδύεται.

Το έργο, ένας μονόλογος, γεμάτος όμως από ένταση, πάθος και στιγμές, όπως ήταν ως χαρακτήρας και η Κοτοπούλη, αναφέρεται κυρίως στον μεγάλο έρωτα της ηθοποιού με τον Ίωνα Δραγούμη, δίνοντας μία έμφαση σε ένα στοιχείο που κάνει τη μεγάλη τραγωδό να μεταμορφώνεται σε μία τραγωδό της ίδιας της ζωής της.

Στις 23 μέρες που της κρατούσαν κρυφό τον θάνατο του άνδρα που είχε ερωτευτεί παράφορα, ύστερα από την εκτέλεση του. Το σενάριο και η σκηνοθεσία της Δήμητρας Παπαδήμα και του αγαπημένου σε όλους μας Γιάννη Μποσταντζόγλου, δίνει μια άλλη διάσταση σε έναν έρωτα για τον όποιο έχουν γραφτεί πολλά.

Πρώτη ίσως φορά όμως ο έρωτας αυτός γίνεται ο κινητήριος μοχλός για να γίνει η ίδια η μεγάλη αυτή ηθοποιός που είχε πρωταγωνιστήσει και είχε πάρει διθυράμβους σε δεκάδες τραγωδίες που είχε παίξει, το δράμα και η τραγωδία για μια θεατρική παράσταση που πλέον έχει εκτιμηθεί από το κοινό. Η ζωή της Κοτοπούλη που ήταν αφιερωμένη στη τέχνη, γίνεται τέχνη. 


Γιατί ήταν αγρίμι η Μαρίκα Κοτοπούλη;

Έτσι την έλεγε ο Ιώνας Δραγούμης, έτσι όμως ήταν και η ίδια ως χαρακτήρας, ως προσωπικότητα. Ήταν ένα αγρίμι πάνω στη σκηνή, ήταν ένα αγρίμι και στη ζωή της, ασυμβίβαστη, ανεξάρτητη, ανένταχτη.

Δεν δίσταζε να τα βάζει με τους ισχυρούς, να σπάει πρωτόκολλα, να αδιαφορεί για στερεότυπα, προκαταλήψεις, ακόμα και για ιδέες της εποχής. Βρέθηκε από δύο μηνών μωρό στη θεατρική σκηνή και έμεινε για πάντα εκεί, πηγαίνοντας κόντρα στα πράγματα, κόντρα στο ρεύμα.

Τι ήταν αυτό που ενώ είχε κατακτήσει από νωρίς την δόξα την οδήγησε σε ουσίες;

Η δόξα δεν φτάνει για να βρει τις εσωτερικές του ισορροπίες ένας άνθρωπος. Μολονότι η αξία της ως ηθοποιού είχε αναγνωριστεί από όλους, ειδικούς, ανθρώπους του χώρου και κυρίως από το κοινό, αυτό από μόνο του δεν την έκανε ευτυχισμένη, δεν της αρκούσε. 

Άλλωστε αν διαβάζει κανείς την βιογραφία της και δει την ζωή της θα διαπιστώσει ότι ακόμα και οι δικοί της άνθρωποι επί της ουσίας την εκμεταλλεύονταν. Οι γονείς της, οι αδελφές της…

Η κοινωνία και η αριστοκρατία την είχαν για φθηνή, ήταν για αυτούς η θεατρίνα, ακόμα και μέσα από τον έρωτα της για τον Δραγούμη ήταν σε μειονεκτική θέση απέναντι του, έναν γόνο της αριστοκρατίας της εποχής.

Γενικότερα, ήταν μια ολοκληρωμένη ηθοποιός από μικρή ηλικία, μια μεγάλη πρωταγωνίστρια που όμως είχε αρκετά κενά μέσα της. Και αυτά τα κενά προφανώς την έσπρωχναν στις ουσίες.


Στην παράσταση δίνετε ιδιαίτερο βάρος στον έρωτα της με τον Δραγούμη. Από ποια πτυχή προσεγγίζετε αυτόν τον έρωτα και τι προσέχετε πάνω σε αυτό;

Η Κοτοπούλη τον αγαπούσε και τον μισούσε ταυτόχρονα τον Δραγούμη. Ήταν μία γυναίκα που όταν ερωτευόταν το έκανε με πάθος, όπως έκανε με ότι ασχολούταν στη ζωή της.

Τον Δραγούμη τον αγαπούσε, αλλά αυτή η αγάπη της την πλήγωνε. Ο Δραγούμης ήταν εκπρόσωπος της ανώτερης κοινωνίας, προερχόταν από μια άλλη κοινωνική θέση και αυτό της δημιουργούσε μέσα της αντιφάσεις πάνω  στην αγάπη και στον έρωτα της.

Είχε άλλωστε πολλές φοβίες η Κοτοπούλη, ήταν θρησκόληπτη, αγαπούσε την Παναγίας. Όμως το βασικό στοιχείο της παράστασης για την προσέγγιση αυτού του έρωτα είναι η απώλεια, ο χαμός.  Οι 23 μέρες που κρύβουν από την Κοτοπούλη την δολοφονία του Δραγούμη και αυτή τον περιμένει στον θέατρο και τον αναζητά.

Όταν μαθαίνει το κακό μαντάτο οι κραυγές της, ο πόνος σείουν τα πάντα στο πέρασμα τους. Η τραγωδός ζει έτσι πλέον την δική της τραγωδία και όπως λέει η ίδια στον μικρό Μυράτ που είχε μαζί της, σε μία σκηνή έντονα δραματοποιημένη και με βαθιά τραγική ειρωνεία: "Πόσο καλύτερα θα μπορούσα παίξω την Ηλέκτρα στον Ορέστη;". 

Μέσα από την περιγραφή της παράστασης θα έλεγα ότι υπάρχει μια σκιαγράφηση της Κοτοπούλη, σαν μιας άλλης "βάρβαρης" του έρωτα, μιας άλλης Μήδειας ή όχι;

Έτσι είναι. Η Κοτοπούλη είναι μία "βάρβαρη" του έρωτα, θέλει με κάθε τρόπο να είναι μαζί με αυτόν που αγαπάει, δεν την νοιάζει η κοινωνία, δεν την νοιάζουν οι γνώμες, οι αντιλήψεις, οι συμβάσεις, ο κόσμος ο ίδιος.

Η σκιαγράφηση της σχετίζεται με τη Μήδεια  από την άποψη ότι θα μπορούσε να κάνει τα πάντα, ακόμα και να φτάσει στα άκρα για τον έρωτα ή για τις πληγές που της άφησε αυτός.


Τι είχε ερωτευτεί κατά την άποψη σας στον Δραγούμη και ήταν πράγματι ο έρωτας αυτός μοιραίος και για ποιον;

Ο Δραγούμης καταρχήν ήταν ένας ωραίος άνδρας, με πολύ όμορφα χαρακτηριστικά. Μπορεί να ήταν κοντός, αλλά ήταν ωραίος.

Είχε ερωτευτεί σε αυτόν το μυαλό του, τον ρομαντισμό του, τον ιδεαλισμό του, τη μόρφωση του, ίσως την ευγενική και αριστοκρατική του καταγωγή, είχε αγαπήσει τη θέση που είχε αυτός απέναντι στα πράγματα, μια θέση διαφορετική από τις αντιλήψεις της μάζας και της κοινής γνώμης.

Πήγαινε και αυτός κόντρα στα πράγματα, ήταν μοναχικός από αυτή την άποψη και αυτό το πλήρωσε με την ζωή του. Ο έρωτας αυτός ήταν μοιραίος, όπως κάθε έρωτας που από την αρχή γνωρίζεις ότι δεν μπορεί να είσαι μαζί με αυτόν τον άνθρωπο που έχει ερωτευτεί.

Κι η Κοτοπούλη το γνώριζε αυτό, δεν μπορούσε να είναι μαζί με τον Δραγούμη. Βλέπεις ήταν ερωτευμένη, αλλά είχε μεγάλο βαθμό διαίσθησης και αντίληψης μαζί. 


Υπάρχει μια ιδιαίτερη στιγμή πάνω στην παράσταση; Η Κοτοπούλη βλέπει στο κοινό την αντίζηλο της, την Δέλτα. Πώς το σκεφτήκατε και γιατί;

Να πούμε αρχικά ότι η Πηνελόπη Δέλτα, ερωτευμένη και αυτή βαθιά με τον Δραγούμη, είχε πάει σε παράσταση της Κοτοπούλη. Αυτό είναι ιστορικό γεγονός. Είχε παρακολουθήσει παράσταση της Κοτοπούλη στην Αλεξάνδρεια. 

Έτσι μέσα από αυτό το ιστορικό γεγονός σκεφτήκαμε να φέρουμε αντιμέτωπες κατά κάποιον τρόπο τις δύο αυτές αντίζηλες.  Τη Δέλτα την είχα παίξει πριν από την Κοτοπούλη. Δίνουμε έτσι την ευκαιρία στην Κοτοπούλη να πει στη Δέλτα αυτά που δεν της είπε ποτέ και μάλιστα σε δημόσια θέα, μπροστά στο κοινό.

Ήταν σίγουρα διαφορετικές προσωπικότητες η Κοτοπούλη και η Δέλτα. Όμως δεν μπορώ να πω ότι η Δέλτα ήταν συμβιβασμένη.

Μια γυναίκα που λέει στον άνδρα της, εκείνη την εποχή ότι «είμαι μαζί σου λόγω των παιδιών και ότι είμαι ερωτευμένη με άλλον» και μάλιστα με αυτή την κοινωνική θέση που είχε, πόσο συμβιβασμένη μπορεί να είναι; Η Κοτοπούλη βέβαια ήταν άλλο πράγμα. Αν ήταν στη θέση της Δέλτα θα είχε αφήσει και τα παιδιά της για τον Δραγούμη.


Το κοινό έχει αγκαλιάσει αυτή την παράσταση και ποιο ήταν το στοιχείο που έχετε κρατήσει;

Εκείνο που κρατάω ως κορυφαία στιγμή από το έργο στις παραστάσεις που έχουν ανεβεί έως τώρα ήταν αυτό που έζησα λίγο μετά από την πανδημία, όταν άνοιξαν τα θέατρα με περιοριστικούς όρους.

Είδα ένα κοινό που ερχόταν στο θέατρο φοβισμένο και διστακτικό λόγω του κορωνοϊού, φορώντας μάσκα, με μέτρα και όλα τα σχετικά, με κίνδυνο της ζωή του, να χειροκροτεί μετά το τέλος της παράστασης συνεχώς και μάλιστα με ενθουσιώδη τρόπο, φτάνοντας στο σημείο ακόμα και να πετάξει τη μάσκα από τον ενθουσιασμό του.

Αυτό ήταν κάτι που με συγκίνησε και το έχω χαραγμένο βαθιά μέσα μου, κάτι που θα μου μείνει. Την παράσταση έχουν έρθει και την έχουν δει όλοι οι απόγονοι της Δέλτα και του Δραγούμη, θα έρχονταν πιστεύω και της Κοτοπούλη, αλλά η Κοτοπούλη δεν άφησε τίποτα μετά από αυτήν.

Όλοι τους μας έδωσαν συγχαρητήρια. Το ίδιο ευελπιστώ να κάνει και το κοινό της Πάτρας στο οποίο θα παιχθεί για πρώτη φορά. Η ανταπόκριση γενικότερα  του κοινού ήταν μεγάλη και μέσα από αυτή μου δίνεται η ευκαιρία να πω κάτι άλλο προς τους συναδέλφους και τους υπευθύνους του ελληνικού θεάτρου:

Καλοί οι τραγωδοί και τα κλασικά έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Με αυτούς βαδίζουμε. Ας τους αφήσουμε όμως για λίγο στην άκρη κάποια στιγμή, ας δώσουμε έμφαση σε κάτι καινούργιο που να βγαίνει από την νεότερη και την σύγχρονη πραγματικότητα. Υπάρχουν γύρω μας τόσες ιστορίες, τόσες θεματολογίες.

Το λέω αυτό γιατί το φετινό καλοκαίρι στην Επίδαυρο και στα άλλα θέατρα είδα τόσο καρακιτσαρία από τις παραστάσεις με αρχαία δραματουργία, τόσα κουστούμια, τόσα χρυσαφικά και τόσα ακόμα που είπα "ήμαρτον". 

Τις έχουμε εξαντλήσει πλέον τις τραγωδίες, τι άλλο έχουν να μας πουν; Και αυτό ίσως μας έχει φτάσει σε ένα σημείο να τις εξευτελίζουμε...