Όταν το 1996 ο Κώστας Σημίτης κέρδισε τον Άκη Τσοχατζόπουλο στην μάχη για την πρωθυπουργία της χώρας, ο αείμνηστος Νίκος Θέμελης ανέλαβε για λογαριασμό του να αναζητήσει εκείνους που θα ενσάρκωναν το «πνεύμα του εκσυγχρονισμού» στην κρατική μηχανή. Τα διερευνητικά αποτελέσματα όμως, ήταν φτωχά. Παρόλο που ο Θέμελης ήταν σπάνιας ταπεινότητας άνθρωπος και παρόλο που το ψάξιμο δεν αφορούσε στενά τα «πασοκικά στεγανά».

Πλείστοι όσοι εκείνη την εποχή, απαντούσαν σχεδόν το ίδιο: «Τι έχω εγώ να κερδίσω από μια τέτοια εμπλοκή, αφήνοντας τις δουλειές μου και την καριέρα μου στον ιδιωτικό τομέα»; Μια επωδός που με ελάχιστες αποκλίσεις ισχύει και σήμερα παρά το γεγονός πως οι μισθοί της ιδιωτικής πρωτοβουλίας έχουν ισοπεδωθεί. Εμπεδώνοντας μια ανασφάλεια σχετικά με το μέλλον μιας πολιτικής σταδιοδρομίας, καθώς ακόμα και πρώην πρωθυπουργοί στις μέρες μας δεν μπορούν να θεωρούν μια εκλογή τους και τόσο εξασφαλισμένη.

Μέχρι και ο Ανδρέας Παπανδρέου αντιμετώπισε τέτοια διλήμματα στις αρχές της δεκαετίας του 1960, καθώς η λαμπρή καριέρα στην Αμερική είχε μείνει μετέωρη και ο διορισμός του μαζί με τον Διαμαντή Πεπελάση στην Τράπεζα της Ελλάδος και το Κέντρο Οικονομικών Μελετών, δεν είχε οριστικοποιηθεί. Κάτι που τον κράτησε πίσω,ώστε να μην συμμετέχει στην πρώτη νίκη της ΕΚ τον Νοέμβριο του 1963.
Ο λαϊκισμός, οι αλλεπάλληλες κρίσεις και το ρευστό πεδίο στην κοινωνία και την οικονομία δεν επιτρέπει σχεδόν σε κανέναν, να κάνει μακρόπνοα σχέδια. Και εξακολουθεί να αφήνει ανοιχτό το πεδίο της διεκδίκησης δημοσίων αξιωμάτων, σε ιδιοτελή και μη οραματικά στελέχη που δεν συντηρούν πραγματική επαφή με τα κοινωνικά προβλήματα. Και ασχολούνται με τα κοινά για να ικανοποιήσουν δικά τους εσωτερικά συμπλέγματα που εξαντλούνται στην καμαρίλα και την συκοφαντία. Εξοβελίζοντας ταυτόχρονα ανθρώπους ικανούς και επαρκείς που διαθέτουν σχέδιο αλλά και αυταπάρνηση να το υπηρετήσουν. Μακριά από μισόλογα, μηχανορραφίες και πελατειακές αντιλήψεις.

Ουκ ολίγοι σήμερα ισχυρίζονται πως βρισκόμαστε στην εποχή του «τέλους των δεινοσαύρων». Και ίσως να είναι κάπως έτσι. Είναι ανάγκη όμως να θυμούνται πως, οι επερχόμενοι που θα αντικαταστήσουν αποστεωμένα πρόσωπα και πρακτικές, οφείλουν διαθέτουν ριζικά αναμορφωμένες νοοτροπίες και πρακτικές. Και όχι να ονειρεύονται την εναλλαγή μιας κούφιας επετηρίδας. Αλλιώς η πολιτική τους τάξη, θα μαραθεί προτού καν ανθίσει. Μεταθέτοντας στο άδηλο μέλλον και την δική τους ανάμιξη στις κοινές υποθέσεις.