Η επαρχία, έτσι βουβή που πάντα κείτεται, δεν εξιστορεί ποτέ και σε κανέναν το παρελθόν της, αλλά το εμπεριέχει, όπως το πρόσωπο τις ρυτίδες, της έκφρασης πόνου, καταφρόνιας και αποστροφής. Δεν είναι καν μια κοινωνία με ενιαία χαρακτηριστικά, μοιάζει περισσότερο με μια εποχή, που δεν έχει ολοκληρώσει τον ερχομό της, κάτι σαν μετανιωμένο καλοκαίρι ή μια βιαστική άνοιξη. Η επαρχία είναι ένα μεταίχμιο αιώνιο, ένα πάζλ ημιτελές, που δεν συμπληρώνεται παρά μόνο όταν γίνει μια μικρή πόλη ή μια τεμαχισμένη από τα σύνορα και τους φράχτες πεδιάδα, που βάζουν οι ιδιοκτήτες, οι
κακοτράχαλες συνήθειες και η αφόρητη ακινησία.
Η ζωή του Θανάση αναπτύσσεται γύρω από την Τρίπολη και εκτείνεται μέχρι βαθιά μέσα στο δάσος της Φολόης. Όλα βαίνουν συμβατικά καλώς. Ο ήρωας μας έχει ένα ζυγισμένο βίο, τη γυναίκα του για να περνά τη ζωή του, τη φίλη του για να περνά τον καιρό του και ένα φυτώριο για να καλλιεργεί τις φιλοδοξίες, τα όνειρα και τον χρόνο του. Καμιά σαρανταριά χιλιάδες όμως που χρωστά στον Στέλιο, στον τοκογλύφο της περιοχής, είναι αρκετά για να θολώσουν τον καθωσπρέπει, ατσαλάκωτο, μικροεπιχειρηματικό, αγροτικό του βίο. Η πίεση του τοκογλύφου γίνεται αφόρητη και η απελπισία μετατρέπει τον Θανάση σε συνδικαλιστή μαφιόζικης κοπής, που εμπνέεται από τους κλέφτες κι αρματολούς που έδρασαν κατά κόρον στην περιοχή, τω καιρώ εκείνω, αλλά κι από τις αποφασιστικές
κινήσεις του Τζον Γουέιν και τα αρρενωπά ξεκαθαρίσματα του καουμπόηδων της βαθιάς Δύσης. Μπορεί οι αχανείς εκτάσεις της Αριζόνα και της Γιούτα να έχουν αντικατασταθεί από τα χωράφια της Αρκαδίας και το δάσος της Φολόης, αλλά τα μεγάλα θέματα της αδικίας, της αλληλεγγύης, του πόνου, του φθόνου, της τιμής, ευδοκιμούν παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι.
Ο σκηνοθέτης της ταινία Δημήτρης Κανελλόπουλος γράφει για τις αιτίες, τις αφορμές και τις αμπάριζες της ταινίας «Μεγαλώνοντας τη δεκαετία του 70 σε μια σχετικά απομονωμένη επαρχία, τα ερεθίσματα και οι πληροφορίες δεν ήταν πολλά και πολύ συχνά η φαντασία αναλάμβανε δράση. Ένα από τα πράγματα από όπου η φαντασία αντλούσε υλικό ήταν οι αμερικάνικες ταινίες των δεκαετιών του 40, 50 και 60, που έπαιζε η τηλεόραση τα σαββατοκύριακα. Western και film noir. Όταν λοιπόν ξεκίνησα να γράφω το σενάριο της Αγέλης Προβάτων, κατάλαβα πως ασυνείδητα έγραφα ένα western. Κι αυτό όχι τόσο για το ηρωικό του ύφος και τη δράση, όσο για τον τρόπο που απλοί και ανυποψίαστοι άνθρωποι, ολόκληρες μικρές κοινωνίες που ζουν σε μια φαινομενική κανονικότητα, εμπλέκονται ξαφνικά σε καταστάσεις ακραίες και βίαιες».
Ο Θανάσης αφού συγκεντρώσει όλους τους δεινοπαθούντες από τις πιέσεις και την εκμετάλλευση από τον τοκογλύφο Στέλιο, δημιουργεί μια αγέλη, μια ομάδα που μέσα στην απελπισία τους και την αδικία τους είναι έτοιμοι γι όλα. Μέσα στην ομάδα χωρά ακόμα και ο ήρωας που υποδύεται ο Άρης Σερβετάλης, με τον οποίο ο Θανάσης, έχει προσωπικές, ανομολόγητες και υπόγειες διαφορές.
Η αγέλη συσπειρώνεται αλλά και ο Στέλιος δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια, εσπευσμένα καλεί δυο τραμπούκους, (μη φανταστείτε τίποτα σπουδαίο, κάτι χάρβαλα μικροεγκληματίες που του βρέθηκαν πρόχειροι είναι) να τρομάξουν τους ανθρώπους, να σκορπίσουν την αγέλη, να εισπράξουν τα χρωστούμενα κι όλα να βρουν τη παλιά, καλή και αγαθή κανονικότητα, που κάνει τους τοκογλύφους λίγο πλουσιότερους με τον ιδρώτα των άλλων και βυθίζει τους υπόλοιπους στην ανέχεια, την αγωνία και την εξαθλίωση.
Η ταινία έχει τιμηθεί με το Βραβείο Κοινού Fischer (Διεθνές Διαγωνιστικό) στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2021 ενώ κέρδισε και το Βραβείο Β’ Ανδρικού Ρόλου για τον Άρη Σερβετάλη στα Βραβεία Ίρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου 2022 όπου η «Αγέλη Προβάτων» του Δημήτρη Κανελλόπουλου είχε και Υποψηφιότητες για τα Βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, Σεναρίου, Ανδρικού Ρόλου, Φωτογραφίας, Μοντάζ, Σκηνογραφίας, Ήχου.
«Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας γυρίστηκε στην Τρίπολη και στο δάσος της Φολόης, αναπλάθοντας μια επαρχία που κινείται αργά, σχεδόν υπνωτιστικά, όπου η κάθε αλλαγή χρειάζεται μια αιωνιότητα για να συμβεί, σε μια ισορροπία δυσβάσταχτη, που όμως μπορεί να ανατραπεί από μια απλή χειρονομία», υπογραμμίζει ο σκηνοθέτης.
Ο Κανελλόπουλος απλώνει την απλή ιστορία του στο επαρχιακό τοπίο, ανάμεσα στα αποσταμένα χωράφια, τις βαριεστημένες κωμοπόλεις και τις φυλλωσιές της ατέρμονης στέρησης και του αχόρταγου δάσους και κινηματογραφεί το σκοτεινό βλέμμα του Λάλου να αγριεύει από τα αδιέξοδα και να ημερεύει από την ανημπόρια, κινηματογραφεί τις δύστροπες αμφιταλαντεύσεις της αγέλης, τα πνιγηρά αδιέξοδά της και τη μελαγχολική της ηττοπάθεια. Στην ταινία το αγροτικό δράμα, συνορεύει με την κοινωνική κριτική και την πολιτική ανορθογραφία, σε μια ταινία που έχει σεναριακά θέματα μικρά και μεγαλύτερα που στο τέλος όμως ο σκηνοθέτης καταφέρνει και τα ξεπερνά, γιατί έχει προσανατολισμό, κινηματογραφική αίσθηση και καθαρή στόχευση. Ο Κανελλόπουλος διασχίζει διαγώνια όλο το επαρχιακό τοπίο, περιεργάζεται όλες τις ανασφάλειες, τους φόβους, τις αδυναμίες των ανθρώπων του και αφού διατρέξει τους ηθικούς κώδικες, το ένστικτο αυτοσυντήρησης και
τα ευμετάβλητα αισθήματα των ηρώων του, μας προσφέρει μια ταινία που αξίζει όπου τη συναντήσουμε να μπούμε και να την χαρούμε.
Ο Βρετανός φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ έγραφε ότι «Με την εισαγωγή της γεωργίας, η ανθρωπότητα μπήκε σε μια μακρά περίοδο κακίας, μιζέριας και τρέλας, από όπου απελευθερώνεται μόλις τώρα με την ωφέλιμη χρήση των μηχανών». Φαίνεται όμως ότι παρά τις αισιόδοξες προβλέψεις του σπουδαίου φιλόσοφου, την ανθρωπότητα δεν θα την σώσουν ούτε τα καινούργια μέσα παραγωγής και το νέο εργασιακό πλαίσιο. Από μόνα τους αυτά, δεν είναι ικανά να γλιτώσουν τον άνθρωπο από τον εαυτό του, από την ασυδοσία, την αρπακτικότητα, τον άκρατο εγωισμό και την απληστία του, χαρακτηριστικό τα οποία μεταμορφώνουν τους ανθρώπους σε κτήνη και μετατρέπουν τις κοινωνίες σε αγέλες είτε λύκων, είτε προβάτων.