Το αρχικό ερέθισμα του θεατρικού έργου έχει δοθεί από την πραγματική ιστορία ενός Κάσπαρ Χάουζερ. Ήταν ένα έκθετο που βρέθηκε δεκάξι χρονών στη Νυρεμβέργη, χωρίς να ξέρει κανείς από πού εμφανίστηκε. Το κρατούσαν περιορισμένο, γιατί δεν ήξερε ούτε να μιλά ούτε να διαβάζει, παρά μόνο να γράφει το όνομά του. Σε λίγα χρόνια δολοφονήθηκε.

Έφυγε από τη ζωή το ίδιο μυστηριακά, όπως ήρθε. Στην αυτοβιογραφία του, έγραψε:
«Ήμουν κλειδωμένο σε ένα κελί από την στιγμή της γέννησης μου. Έτσι νιώθω ακόμα.» Το θεατρικό έργο «The Kaspar Box» δεν παρουσιάζει την υπόθεση του Κάσπαρ Χάουζερ όπως είναι στην πραγματικότητα ή όπως ήταν στην πραγματικότητα. Παρουσιάζει τι μπορεί να γίνει με κάποιον. Παρουσιάζει πως μπορεί κανείς να μάθει να μιλά μέσω της ομιλίας. Το έργο θα μπορούσε να λεγόταν και «Γλωσσικά βασανιστήρια». Μας παρουσιάζει μόνο μια μορφή-σύμβολο που δεν ξέρει να μιλά και να περπατά. Οι κινήσεις του αναπαριστάνουν σχεδόν τον αγώνα μιας χρυσαλίδας που πασχίζει να σκίσει το κουκούλι και να βγει στο φως.
Ο Κάσπαρ αγωνίζεται να κατακτήσει το φωνητικό του όργανο πρώτα (κραυγές) και ύστερα την άρθρωση. Κατορθώνει να αρθρώσει μόνο μια φράση που τον ικανοποιεί και τον εκφράζει: είναι ένα είδος λεκτικής ταυτότητας, που του αρκεί για όλα. Άλλες, όμως, «φωνές» πιο αυταρχικές, πιο δυνατές, πιο σίγουρες τον μπερδεύουν και τον βουβαίνουν.
Ο Κάσπαρ ξεχνάει την φράση του και απορροφά την γλωσσική τροφή που τον αναγκάζουν να πάρει οι φωνές. Αναγνωρίζει τον κόσμο μέσω των όσων του στοίβαζαν στο κεφάλι μέσω των λέξεων. Πλήρως αλλοτριωμένος, χαίρεται για αυτό που έγινε και αρχίζει με ζήλο την αναμετάδοση. Έχει ανανήψει και προσπαθεί να διδάξει στους άλλους ό, τι έμαθε. Μερικά πισωγυρίσματα ωστόσο δείχνουν πως δεν έχει τελείως ανανήψει. Στο τέλος, δεν του μένει τίποτα άλλο παρά η επιστροφή σαν χρυσαλίδα μέσα στο κουκούλι του.
Εκ πρώτης όψεως το «The Kaspar Box» φαίνεται σα να επιχειρεί να δείξει ότι σκεπτόμαστε μόνον ό, τι λέμε. Κι εφόσον οι φράσεις που μας περιστοιχίζουν είναι ηλιθία κλισέ και κοινότυπες σοφίες, οι σκέψεις μας δεν μπορεί να είναι κάτι παραπάνω. Μόνο που ο συγγραφέας δραματοποιεί κωμικά αυτό το φαινόμενο της γλωσσικής αλλοτρίωσης.
Σκοπός του να αποδείξει πως η αλλοτρίωση για τον άνθρωπο αρχίζει από τη στιγμή που γεννιέται.
Η παράσταση είναι στιλπνή, αιχμηρή, ανελέητη. Χρησιμοποιεί το γκροτέσκο με οίστρο και στην τελευταία σκηνή κατορθώνει να προσδώσει έντονο συναισθηματικό βάρος χωρίς να την απλοποιήσει. Είναι μια παράσταση που προσφέρεται σαν τέρψη του νου. Η σκηνοθεσία διαθέτει αίσθηση της φόρμας, του στυλ, του χώρου και του χρόνου. Διαχειρίζεται άψογα ίνηση και λόγο, εσωτερικό κι εξωτερικό ρυθμό, μέτρο και λεπτομέρειες.
Η Χριστίνα Μπακαστάθη, παίζοντας τον ομώνυμο ρόλο στο «The Kaspar Box» καταβάλλει τεράστια προσπάθεια, σωματική και πνευματική. Ο ρόλος απαιτεί ηθοποιό με πνευματικότητα, με χιούμορ κι ενέργεια. Είναι ρόλος συντριπτικός, που η Μπακαστάθη τον σήκωσε ηρωικά στις πλάτες της. Ήταν εκπληκτική η ευστροφία της, πως μπόρεσε με μια φράση να εκφράσει συναισθήματα χαράς, λύπης, έκπληξης, οργής, αμηχανίας, απελπισίας κι ολόκληρη τη λεπτή κλίμακα μεταξύ αυτών. Μας έδωσε όλο το τραγικό νόημα της αλλοπρόσαλλης και ασυνεννόητης εποχής μας.
Η διαμόρφωση του σκηνικού χώρου και το κοστούμια έγιναν με δημιουργική φαντασία, κατανόηση του έργου και απόλυτη επαφή με τη σκηνοθεσία, ώστε να αποτελούν ένα βασικό κι εποικοδομητικό στοιχείο στην ολοκλήρωση της παράστασης. Ειδικά η χάρτινη «φυλακή», που σχηματίζεται στο τέλος, σου αφήνει μια ανεξίτηλη ανάμνηση.

Σκηνοθεσία / Φωτισμός: Γιάννης Διδασκάλου
Σκηνογράφος / Ενδυματολόγος: Μαρίνα Κωνσταντινίδου & Ινώ Πικιώνη
Βοηθός Σκηνογράφου: Γιώργος Κωνσταντίνου
Φωτογραφία: Πέτρος Πέτρου
Ηθοποιός: Χριστίνα Μπακαστάθη
Παίχτηκε στο θέατρο act (Σκάλες Γεροκωστοπούλου 65, Πάτρα)
Στις 10, 11, 12, Ιουνίου
Διάρκεια: 60 λεπτά.