Όταν μεγαλώνει κανείς και «ωριμάζει», οι υποχρεώσεις, οι σταθμίσεις, οι ανάγκες και οι
υπολογισμοί, παίζουν τον πρώτο και βασικό ρόλο στον τρόπο που σκέφτεται, λειτουργεί και
στις αποφάσεις που λαμβάνει. Αυτό που χαρακτηρίζει τη νεότητα, είναι ότι δεν αφήνει
όλους αυτούς τους μίζερους υπολογισμούς, τα γεγονότα και τις μπακαλίστικες
προσθαφαιρέσεις να στριμώξουν τη φαντασία της, να πνίξουν τα όνειρά της, να
αφυδατώσουν τις επιθυμίες και τα σχέδιά της. Αυτά πραγματεύεται η θρυλική ταινία του
Μίλος Φόρμαν «Οι Έρωτες Μιας Ξανθιάς»(1965) της οποίας η επανέκδοση με νέες
ψηφιακές κόπιες προβάλλεται στις αίθουσες. Η ταινία ήταν υποψήφια για Όσκαρ
Ξενόγλωσσης Ταινίας και μία από τις εμβληματικές ταινίες του τσεχοσλοβακικού νέου
κύματος.


Βρισκόμαστε στην Τσεχοσλοβακία της δεκαετίας του ’60, ο κομμουνισμός καλά κρατεί αλλά
η σοσιαλιστική παραγωγή όπως το συνήθιζε, έχει τα κακά της χάλια. Οι γυναίκες στην μικρή
βιομηχανική πόλη είναι 6πλάσιες από τους άνδρες. Ο καλός θεούλης, καλός θεούλης για
την εποχή και την περιοχή, είναι το κόμμα και οι επί γης αντιπρόσωποί του, οι τοπικοί
γραμματείς και φαρισαίοι, που όλα τα βλέπουν, όλα τα ξέρουν και όλα τα φροντίζουν.
Αποφασίζουν, λοιπόν, αυτοί που ξέρουν το καλό του λαού, να διοργανώσουν μια
«μάζωξη», την λένε στην κομματική ορολογία, μετά μουσικής, κοινώς ένα γλέντι, ένα πάρτι,
με σκοπό να ερωτευθεί το πόπολο, να ανυψωθεί το πεσμένο ηθικό, να αναζωογονηθεί η
έρπουσα libido και να συνέλθει η πάντα ασθμαίνουσα κρατική και σοσιαλιστική παραγωγή.
Οι λαίμαργες και ονειροπόλες επαρχιώτισσες εισβάλουν στο πάρτι παρέα με την ξανθιά
Αντούλα (Χάνα Μπρέχτσοβα). Το πάρτι είναι κακοστημένο, κακοοργανωμένο και μοιραία
αποτυγχάνει οικτρά. Οι θαμώνες είναι μεσήλικες, παντρεμένοι και στερημένοι άνδρες και
κάνουν το πάρτι έναν εφιάλτη για τα κορίτσια. Η ηρωίδα μας παρακάμπτοντας τον
αρραβώνα της, μετά από το ερωτικό πρέσιγκ του πιανίστα, αναπτύσσει μια εφήμερη
ερωτική σχέση μαζί του και ο μεν μουσικός δεν έδεσε και κόμπο το περιστατικό, αλλά για
την Αντούλα η εφήμερη αυτή σχέση σήμαινε πολλά περισσότερα, μπορεί και τον δρόμο της
στην αυτοπραγμάτωση και τη σχετική, σε εκείνο τον κόσμο, ελευθερία. Η ξανθιά ηρωίδα
μας διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει για την Πράγμα, με σκοπό να βρει τον μουσικό
της, αλλά η άμοιρη πέφτει πάνω στους συντηρητικούς γονείς του «εξαφανισμένου ιππότη»
και όλα σφίγγονται από τη μέγγενη του απραγματοποίητου, της απογοήτευσης και της
ματαίωσης.

«Οι Έρωτες Μιας Ξανθιάς», είναι μια ταινία που βυθίζεται τρυφερά, με κατανόηση και
συμπάθεια στις δυσκολίες της νιότης και τα όνειρα της χωρίς να κρίνει και να επικρίνει. Ο
Φόρμαν ψηλαφεί τις ανησυχίες και τις αγωνίες των νέων ανθρώπων με κατανόηση και
ενσυναίσθηση, με τρυφερότητα και αγάπη, όπως η κάμερα του, χαϊδεύει τα γυμνά νεανικά
κορμιά των ερωτευμένων. Ακόμα και τους παραιτημένους ηλικιωμένους ανθρώπους τους
αντιμετωπίζει στην ταινία του με συγκατάβαση, λύπη και κατανόηση. Ο δημιουργός εκεί
που απελευθερώνει την οξύτητα και αφήνει τις αιχμές του είναι μόνο όταν πρόκειται να

τρυπήσει με το χιούμορ του το δυσκίνητο, αναίσθητο και δύσμορφο ολοκληρωτικό
καθεστώς, όσο αυτό του επιτρεπόταν βέβαια στα ασφυκτικά πλαίσια του.

Ο σκηνοθέτης ξέρει, ότι οι νέοι χωρίς να έχουν πλήρη γνώση όλων των δεδομένων
σκαλίζουν το πρόσωπο της ευτυχίας, χωρίς να γνωρίζουν όλες τις παραμέτρους φτιάχνουν
το πλαίσιο μιας ολόκληρης ζωής. Όμως όπως έγραφε ο Ζαν Κοκτώ, «Οι νέοι ξέρουν τι δεν
θέλουν πριν να ξέρουν τι θέλουν» και «δουλειά» τους είναι σιγά, σιγά να τα ανακαλύψουν,
χωρίς πίεση, χωρίς καταναγκασμούς και χωρίς βάναυσες απαγορεύσεις.

Αλλά ο Φόρμαν αυτά τα είπε σαφέστερα στη συνέχεια του έργου του και όταν κλήθηκε να
αιτιολογήσει τις αποφάσεις του και τις σκέψεις του για τον ολοκληρωτισμό, «Όταν μου
ζήτησαν να σκηνοθετήσω το "Στη Φωλιά του Κούκου", οι φίλοι μου με προειδοποίησαν να
μην το τολμήσω. Η ιστορία ήταν τόσο Αμερικάνικη, υποστήριξαν. Και ένας μετανάστης που
μόλις είχα φτάσει στη χώρα, δεν θα μπορούσα να την αφηγηθώ. Έμειναν έκπληκτοι όταν
τους εξήγησα γιατί ήθελα να κάνω την ταινία. Για μένα δεν ήταν απλά λογοτεχνία αλλά
αληθινή ζωή. Η ζωή που έζησα στην Τσεχοσλοβακία από τη γέννησή μου το 1932 μέχρι και
το 1968. Το κομμουνιστικό κόμμα ήταν η δική μου Νοσοκόμα Ράτσετ, που μου έλεγε τι
μπορώ και τι δεν μπορώ να κάνω, τι ήμουν και τι δεν επιτρεπόταν να πω, πού ήμουν και
πού δεν μου επέτρεπαν να πάω. Ακόμη και το ποιος είμαι ή δεν είμαι».