Από το τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογίας Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Πατρών βρέθηκε στην Δραματική Σχολή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας, ψάχνοντας την δική της «μεταμόρφωση».

Η Ελίνα Σταμοπούλου, έτσι, την βλέπουμε να μεταμορφώνεται πάνω στη σκηνή για ένα «Όνειρο Καλοκαιρινής Θερινής Νύχτας», σε σκηνοθεσία Χρήστου Στρέπκου, σε μία παράσταση του κλασικού αριστουργήματος του Σαίξπηρ, δοσμένη όμως από μία άλλη διαφορετική ματιά.

Είναι 28 ετών, κατάγεται από το Αίγιο και όπως λέει στο patrasevents.gr αυτό που τη συγκινεί βαθιά είναι η ανάγκη που πηγάζει μέσα από το έργο για να πιστέψουμε στα μαγικά πλάσματα. Κι η ίδια τουλάχιστον πάνω στη σκηνή είναι εξίσου μαγική…


-Πείτε μου δύο λόγια για την παράσταση «Όνειρο Καλοκαιρινής Νυκτός». Τι πιστεύετε ότι κεντρίζει τον θεατή;

Η παράστασή μας, «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», είναι φτιαγμένη σαν ένα παιχνίδι. Με το κείμενο του Σαίξπηρ στο στόμα, οι ηθοποιοί καλούμαστε να μπούμε για λίγο «στα παπούτσια» των χαρακτήρων που υποδυόμαστε, να μαγευτούμε και εμείς μαζί τους, αν θέλετε, και να μπούμε στα παιχνίδια που τους οδηγεί η ρομαντική αγάπη, με όλες τις μορφές της.

Καλούμε το θεατή να γίνει μάρτυρας του ζωντανού αυτού αφηγήματος. Αυτά που πιστεύω ότι κεντρίζουν περισσότερο το θεατή, είναι η μαγεία και ο έρωτας. Και ποιος δε θα ήθελε να του μιλήσουν για μαγεία και έρωτα;

- Είναι η πρώτη φορά που συμμετέχετε σε μία παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας. Πώς αισθάνεστε για αυτό;

Δεν είναι η πρώτη μου συμμετοχή σε παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, είναι όμως η πρώτη συνεργασία που υλοποιείται. Νιώθω μεγάλη χαρά.


-Το έργο αυτό του Σαίξπηρ λέγεται ότι έχει την πιο παιχνιδιάρικη διάθεση από όσα έχει γράψει. Ποια είναι τα στοιχεία που το χαρακτηρίζουν νομίζετε;

Ο Σαίξπηρ έγραψε και άλλες κωμωδίες, αυτό που για εμένα κάνει το συγκεκριμένο έργο τόσο ιδιαίτερο, είναι το υπερφυσικό στοιχείο.

Στους τέσσερις ερωτευμένους νέους που οδηγούνται στο δάσος, τα ξωτικά κάνουν τα μαγικά τους και τότε ο αγνός ή ο ανεκπλήρωτος έρωτας χάνουν τη λεπτότητά τους, σαν να παραγεμίζουν, να ξεχειλίζουν. Τα πρόσωπα χάνουν πια την ταυτότητά τους και παίρνουν μια μορφή αστεία, σχεδόν γκροτέσκο.

Από τη μία μοιάζει σαν ο Σαίξπηρ να κοροϊδεύει τη μανία του έρωτα, και από την άλλη έχει τόση, μα τόση αλήθεια όλη αυτή η υπερβολή. Άλλωστε, και στη ζωή πότε είναι τα πράγματα λογικά όταν τα βάζει κανείς με τον έρωτα;

-Τι είναι αυτό που σας συγκινεί από το συγκεκριμένο έργο;

Προσωπικά με συγκινεί βαθιά η ανάγκη μας να πιστέψουμε σε μαγικά πλάσματα. Σε ξωτικά και νεράιδες, που μας προσέχουν τα βράδια και μας οδηγούν στις περιπέτειές μας. Ο άνθρωπος έρχεται στο θέατρο για να φύγει από το καθημερινό, να πιστέψει.

«Είμαστε εμείς τα πνεύματα της γης, οι ίσκιοι της τριπλής Εκάτης,[...] και σκοτάδια κυνηγάμε σαν να ήταν όνειρα», έγραψε ο Σαίξπηρ και βάζει τα ξωτικά να αποχαιρετούν το κοινό, κλείνοντας το μάτι, με μια υπόσχεση πως τα πλάσματα αυτά υπάρχουν, απλώς γυρνούν τη νύχτα, για αυτό και δεν τα βλέπουμε. Αυτή η υπόσχεση έχει αντέξει αιώνες, και θα αντέχει για πάντα. Όλοι θέλουμε να το πιστέψουμε.


- Μέσα από την δική σας παράσταση που εστιάζετε και αν υπάρχει ένα διαχρονικό μήνυμα από το έργο προς τον αναγνώστη;

Μέσα από τη δική μας παράσταση, εστιάζουμε στη ρομαντική αγάπη. Τι σημαίνει για τα μυθικά πλάσματα του δάσους, για τους ερωτευμένους νέους που είναι ερωτευμένοι με τον ίδιο τον έρωτα, ακόμη και για τους εργάτες, που αποζητούν το ανεκπλήρωτο παίζοντας μια ερασιτεχνική κωμωδία μπροστά στο δούκα και τη δούκισσα, με κίνδυνο να χάσουν τα κεφάλια τους. Πόσο μάλλον για αυτούς.

Σε τέτοια μεγάλα έργα, τα διαχρονικά μηνύματα είναι πολλά. Αυτές τις μέρες όλο γυρίζουν ερωτήσεις στο μυαλό μου. Τι είναι τελικά αυτό που ονομάζουμε μαγεία; Και τι βαφτίζουμε μαγεία γιατί αλλιώς δεν αντέχουμε να το πιστέψουμε; Και εγώ κάθε μέρα μαθαίνω από κάτι.

-Τι είναι αυτό που σας έχει κεντρίσει την προσοχή στον δικό σας ρόλο, στον ήρωα που υποδύεστε;

Υποδύομαι τρεις ρόλους. Τη Νεράιδα, ένα νεαρό εργάτη, τον Σουραύλη, και την Ερμία. Η Νεράιδα με ιντριγκάρει πολύ από τη φύση της, να ψάξω να βρω πώς είναι ένα τέτοιο πλάσμα. Τη χαίρομαι.

Ο Σουραύλης έχει μια αθωότητα. Μπαίνει στην παράσταση των εργατών και μέχρι το τέλος έχει αγαπήσει τη Θίσβη, το γυναικείο ρόλο που του έδωσαν. Τον μεταμορφώνει το θέατρο. Την Ερμία την αγαπώ πολύ γιατί είναι ο μόνος νηφάλιος αποδέκτης στο ερωτικό μεθύσι που συμβαίνει.

Ενώ οι άνδρες μαγεύονται και ο έρωτάς τους αλλάζει «αφεντικό», βρίσκει την Ελένη και η ίδια η Ελένη γεύεται τη χαρά του να την ποθούν, που είναι για αυτήν άγνωρη, η Ερμία γνωρίζει την απώλεια. Η κοπέλα που για αυτόν που αγαπά προδίδει πατρίδα και οικογένεια, τα χάνει όλα, και μάλιστα χωρίς αιτία. Σκέφτομαι πως όλοι μας έχουμε υπάρξει η Ερμία μια στιγμή.


Γιατί νομίζετε οι άνθρωποι αρέσκονται να κάνουν όνειρα κυρίως τη νύχτα;

Η ημέρα, μάλλον, για μας, είναι για να τη ζούμε. Με τα καλά της και με τα άσχημά της. Τα όνειρα είναι για το βράδυ, για να ζήσουμε αυτά που δεν ήμασταν ποτέ, σαν το αρνητικό φιλμ της ημέρας. Αυτό είναι που μας ολοκληρώνει. Τα όνειρα δεν έχουν ρίσκο.

- Τι νομίζετε; Ο σύγχρονος άνθρωπος ονειρεύεται τα βράδια πλέον ή βλέπει εφιάλτες;

Δυστυχώς, η ζωή μας τα τελευταία χρόνια μοιάζει να μας πνίγει και μας δίνει εφιάλτες και ύπνο χωρίς ανάπαυση. Θέλω να πιστεύω πως αρκεί να θυμόμαστε πού και πού να πορευόμαστε προς το φως, και όλα θα ελαφρύνουν.

- Έρχεται καλοκαίρι. Πώς θα ήταν για σας μια ονειρική καλοκαιρινή νύχτα;

Έχω ζήσει ονειρικές καλοκαιρινές νύχτες, ευτυχώς. Θα ήθελα μια μεγάλη νύχτα με φύση, χαρά, μουσική και αγαπημένους μου.

- Πόσο ρομαντισμό μπορεί να βγάλει στον θεατή η συγκεκριμένη παράσταση και πόσο γέλιο; 

Ελπίζω ο ρομαντισμός και το γέλιο να προκαλούνται ισάξια στο θεατή, για να σιγοντάρει το ένα το άλλο.

- Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πάρετε την απόφαση και φοιτήσετε στην Δραματική Σχολή της Πάτρας;

Μια που αναφέρθηκε αρκετά, νομίζω πως έψαχνα και εγώ τη μαγεία, τη μεταμόρφωση. Το να δίνεσαι στιγμιαία στον συμπαίκτη και να μιλάτε μαζί, παίζοντας, για μεγάλα θέματα που συγκινούν όποιον είναι παρών.

- Τι σημαίνει για σας θέατρο και ποια νομίζετε ότι είναι η μαγεία αυτή της τέχνης;

Η μαγεία αυτής της τέχνης είναι να σπάει το φράγμα μεταξύ σκηνής και κοινού και ο θεατής να δει και να φανταστεί στη σκηνή τη ζωή του.

- Κάνετε όνειρα για το μέλλον ή βάζετε στόχους;  

Όνειρα κάνω πολλά, και βάζω στόχους. Είναι η ζωή που θα δείξει τι θα γίνει πράξη.