Οι δύο τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από τρεις επιδημίες που συνδέονται με αναδυόμενους κορονοϊούς: το 2002 το Οξύ Σοβαρό Αναπνευστικό Σύνδρομο (Severe Acute Respiratory Syndrome, SARS), το 2012 το Αναπνευστικό Σύνδρομο Μέσης Ανατολής (East Respiratory Syndrome, MERS) και η τρέχουσα πανδημία της νόσου COVID-19.

Η εμφάνιση του κορονοϊού SARS-CoV 2 που προκαλεί τη νόσο εντοπίστηκε για πρώτη φορά στην πόλη Wuhan της Κίνα το 2019, πιστοποιήθηκε ως πανδημία από το Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ) στις 11 Μαρτίου 2020 και εξαπλώθηκε ραγδαία σε όλο τον κόσμο. Η πανδημία αυτή θεωρείται σοβαρότερη και μεγαλύτερη από αυτήν της γρίπης του 1918, με περισσότερους από 6.103.355 θανάτους παγκοσμίως έως το Μάρτιο του 2022.

Στα αρχικά στάδια της πανδημίας στο επίκεντρο των περισσότερων παρεμβάσεων ήταν η αντιμετώπιση των απειλητικών για τη ζωή συνεπειών της λοίμωξης. Ωστόσο άλλες επιδράσεις της νόσου όπως τα υψηλά επίπεδα φλεγμονής στον εγκέφαλο, τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και η βλάβη του αιματοεγκεφαλικού φραγμού ενδέχεται να προκαλέσουν μακροχρόνιες νευροψυχιατρικές συνέπειες, όπως κατάθλιψη, διαταραχή μετατραυματικού στρες, άγχος, ακόμα και ψύχωση ή νοητική έκπτωση. Οι ασθενείς μπορεί να έχουν ή να μην έχουν επίγνωση αυτών των προβλημάτων. Όλα αυτά επηρεάζουν καταστροφικά την καθημερινότητα, την υγεία και ποιότητα ζωής, τις ανθρώπινες σχέσεις. Η οικογένεια θα πρέπει να είναι σε θέση να αναγνωρίσει περαιτέρω ψυχοκοινωνικές συνέπειες όπως απάθεια, πτώση διάθεσης, διαταραχές ύπνου, απομόνωση, μοναξιά, ακόμα και κοινωνικό στιγματισμό που μπορεί να περιπλέξουν την ανάκαμψη από τη νόσο COVID-19, και αναλόγως να υποστηρίξει τον ασθενή.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω διενεργείται πολυκεντρική μελέτη παρατήρησης από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης με σκοπό τη μακροχρόνια διερεύνηση νευρογνωστικών διαταραχών και διαταραχών επικοινωνίας σε ασθενείς που έχουν νοσήσει από Covid-19. Στη μελέτη αυτή μπορούν να συμμετέχουν εθελοντικά όλοι οι Έλληνες πολίτες άνω των 30 ετών που έχουν νοσήσει κατά το τελευταίο 3μηνο. Δεν υπάρχει καμία οικονομική επιβάρυνση για τους συμμετέχοντες και η συμμετοχή τους στη μελέτη γίνεται αφού πρώτα ενημερωθούν για το σκοπό και τη διαδικασία αυτής. Όλοι οι συμμετέχοντες θα λαμβάνουν έναν προσωπικό κωδικό (personal identifier) και τα στοιχεία τους θα φυλάσσονται ανώνυμα.

Η αξιολόγηση γίνεται σε δημόσια δομή υγείας υπό την επιστημονική επίβλεψη Λογοθεραπευτών, Κλινικών Νευροψυχολόγων και Ψυχιάτρων, σε 2 χρονικά σημεία, εντός 3μήνου και κατόπιν σε 6 μήνες από τη νόσηση. Ο χρόνος που απαιτείται για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης εκτιμάται στα 35 με 40 λεπτά. Η διαδικασία είναι ατομική και πραγματοποιείται κατόπιν επικοινωνίας του εθελοντή συμμετέχοντα με τον επιστημονικά υπεύθυνο ερευνητή. Κατά την αξιολόγηση ο εθελοντής συμμετέχων συμπληρώνει ερωτηματολόγια που εκτιμούν τα πεδία γνωστικών λειτουργιών όπως μνήμης, προσοχής, επιτελικής λειτουργίας, επικοινωνίας, καθώς και διάθεσης αλλά και ποιότητας ζωής.

Η επιστημονική έρευνα γίνεται για τον εμπλουτισμό της γνώσης μας στο αποτύπωμα που μπορεί να αφήνει στον ψυχισμό του ανθρώπου η νόσηση από covid-19 και αν αυτό αποδειχθεί την πιο έγκαιρη παρέμβαση και παροχή βοήθειας.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Ευγενία Παναγέα Λογοθεραπεύτρια MSc Νευροαποκατάστασης

Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Πατρών

Υποψήφια Διδάκτωρ Τμήματος Ψυχολογίας, ΑΠΘ

[email protected], Κιν.6971.596172, Τηλ.Εργ.2613.603114