Τη σχέση μεταξύ βασικών θρεπτικών συστατικών, όπως των πρωτεϊνών, του ψευδάργυρου και της νιασίνης (Β3)με την βελτίωση της υγείας της καρδιάς αποκάλυψε η νέα έρευνα που παρουσιάστηκε στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο για την Παχυσαρκία, στο Μάαστριχτ της Ολλανδίας.

Έως τώρα, οι βελτιώσεις που παρατηρούνταν στη μεταβολική και καρδιαγγειακή υγεία των ατόμων με παχυσαρκία κατά την απώλεια βάρους αποδίδονταν παραδοσιακά είτε στην ίδια την απώλεια βάρους, είτε στις συνοδευτικές αλλαγές που καταγράφονταν στη γλυκόζη, την αρτηριακή πίεση ή τα λιπίδια του αίματος.

Ωστόσο, με εξαίρεση τον ρόλο που διαδραματίζουν οι πρωτεΐνες, οι υδατάνθρακες και τα λίπη, η συμβολή της δίαιτας, με τις διατροφικές αλλαγές που αυτή εμπεριέχει στο σύνολό της δεν έχει εξεταστεί εκτενώς στις περιπτώσεις ατόμων που παρουσιάζουν σημάδια βελτίωσης της καρδιακής τους υγείας.

Στη νέα μελέτη που παρουσιάστηκε, οι ερευνητές ήθελαν να ανακαλύψουν ακριβώς αυτό: Εάν άλλα θρεπτικά συστατικά μπορούν να παίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο στην υγεία της καρδιάς.

Οι επιστήμονες από ερευνητικά κέντρα του Ισραήλ (Κέντρο Sagol για το Μεταβολικό Σύνδρομο, Ινστιτούτο Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Υπέρτασης, Ιατρικό Κέντρο Tel Aviv-Sourasky) στο Τελ Αβίβ παρακολούθησαν 72 συμμετέχοντες με μεταβολικό σύνδρομο και παχυσαρκία, οι οποίοι συμμετείχαν σε ένα εντατικό πολυεπιστημονικό πρόγραμμα απώλειας βάρους διάρκειας ενός έτους. Το εν λόγω πρόγραμμα περιελάμβανε, συγκεκριμένα, εξατομικευμένα σχέδια διατροφής και άσκησης και τακτικές συναντήσεις με γιατρό και διαιτολόγο.

Ειδικότερα, οι συμμετέχοντες, οι οποίοι είχαν Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) 34,28 kg/m2 κατά την έναρξη, κλήθηκαν να συμπληρώσουν ένα λεπτομερές διατροφικό ερωτηματολόγιο μια εβδομάδα πριν ξεκινήσουν τα σχέδια διατροφής και άσκησης και ένα χρόνο αργότερα.

Η ελαστικότητα των αιμοφόρων αγγείων χρησιμοποιήθηκε ως δείκτης καρδιαγγειακής υγείας, καθώς η σκλήρυνση του αρτηριακού τοιχώματος συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.

Πιο συγκεκριμένα, ελήφθησαν τρία διαφορετικά μέτρα ελαστικότητας των αιμοφόρων αγγείων: Η ταχύτητα του κύματος παλμού (PWV), το πάχος μέσου έσω χιτώνα της κοινής καρωτίδας (IMT) και η διαστολή μέσω ροής (FMD).

Όπως παρατήρησαν οι μελετητές, ένα χρόνο μετά, ο ΔΜΣ είχε μειωθεί κατά 9,4%, ενώ και οι τρεις μετρήσεις της ελαστικότητας των αιμοφόρων αγγείων είχαν βελτιωθεί. Ειδικότερα, ο FDM είχε βελτιωθεί κατά 47% κατά μέσο όρο, η PWV είχε βελτιωθεί κατά 13% και η IMT βελτιώθηκε κατά 1%. Σύμφωνα με τα επιστημονικά συμπεράσματα, οι βελτιώσεις στην PWV σχετίστηκαν με μειώσεις στην πρόσληψη θερμίδων και κορεσμένων λιπαρών και με αυξήσεις στην πρόσληψη ψευδαργύρου. Σημειώνεται ότι ο ψευδάργυρος διαδραματίζει βασικό ρόλο στη σύνθεση του μονοξειδίου του αζώτου στα αιμοφόρα αγγεία, που είναι υπεύθυνο για την χαλάρωση των εσωτερικών μυών των αιμοφόρων αγγείων, οδηγώντας τους στη διεύρυνση.

Επιπροσθέτως, οι βελτιώσεις στο IMT συνδέθηκαν με μειώσεις στην πρόσληψη θερμίδων και κορεσμένων λιπαρών και αυξήσεις σε πρωτεΐνες, ενώ οι βελτιώσεις στον FDM συνδέθηκαν με αυξήσεις στην πρόσληψη νιασίνης (βιταμίνη Β3), η οποία, όπως είναι γνωστό, διαστέλλει τα αιμοφόρα αγγεία, κυρίως στο πάνω μέρος του σώματος.

«Ανακαλύψαμε ότι οι αλλαγές στην κατανάλωση συγκεκριμένων συστατικών των τροφίμων συνδέονται με την καλύτερη δομή και λειτουργία των αγγείων», δήλωσε ο Δρ. Brurya Tal, επικεφαλής ερευνητής από το Ιατρικό Κέντρο Tel Aviv-Sourasky. «Μια μεσογειακή διατροφή, πλούσια σε πρωτεΐνες (άπαχα γαλακτοκομικά προϊόντα, ψάρια, πουλερικά και αυγά), πλούσια σε λαχανικά, ξηρούς καρπούς, σπόρους και με μέτρια κατανάλωση φρούτων και δημητριακών, μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της ελαστικότητας των αγγείων, προστατεύοντας έτσι έμμεσα το καρδιαγγειακό σύστημα», πρόσθεσε.

«Οι τροφές πλούσιες σε ψευδάργυρο στο πρόγραμμα διατροφής ήταν ηλιόσποροι, κολοκυθόσποροι, ξηροί καρποί και κρέας. Το κρέας και το ψάρι παρείχαν νιασίνη», σημείωσε.