4.50 πμ,  σε λίγο θα ξημέρωνε. Ο οδηγός κι εγώ μόνοι στο λεωφορείο. Κοντά στην Place de la Chapelle μπήκαν κάτι μελαμψά αγόρια, τι μελαμψά δηλαδή  κατάμαυροι ήταν και τι αγόρια είχαν περάσει τα 60. ‘’Ρε μάγκα μου πόση τρέλα κουβαλάς, επιτίμησα τον εαυτό μου, που σηκωνόμουν από τα άγρια χαράματα για να ψαχουλέψω την πόλη του Φωτός, αλλά χαμογελούσα κιόλας γιατί ένιωθα ότι αυτό το λεωφορείο δεν ήταν ένα απλό λεωφορείο, ήταν το magic bus μου. Σε λίγο θα έβγαζε φτερά και θα σηκωνόταν πάνω από το Παρίσι. Και θα το έβλεπα λίγο πριν φέξει, λίγο πριν φύγει το σκοτάδι, την ώρα που ο ουρανός δεν είναι μόνο μαύρος αλλά έχει και λίγο μπλε, την ώρα που τα φώτα αδυνατίζουν αλλά ακόμα φωτίζουν τους δρόμους και τις πλατείες, την ώρα που τα περίφημα βουλεβάρτα τανύζονται να συναντήσουν τα όρια της πόλης κρατώντας από τη μια πλευρά τους το φως των λαμπτήρων κι από την άλλη το επερχόμενο ισχνό ακόμα φως της μέρας. Θα έτρεχε το λεωφορείο μου κατά μήκος του Σηκουάνα και θα έβλεπα τα νερά του να τρυπώνουν στη ράχη του Παρισιού και να διακλαδίζονται στα κανάλια του. Θα έβλεπα όλες τις αψίδες, θριάμβου και μη, θα έβλεπα τον πύργο του Άιφελ, μπορεί και να τον ταπείνωνα και λίγο, τόσο ψηλά που θα ήμουν. Μπορεί αν είχε κέφι  κι ο οδηγός μου να περιδιαβαίναμε  λίγο τις Βερσαλλίες, να γυρίζαμε πάνω από τη Sacre Cere, να πέρναγα πάνω από το ξενοδοχείο που κοιμόταν η οικογένεια, να κόρναρα από το λεωφορείο, να έβγαινε στο μπαλκόνι αγουροξυπνημένος και θαμπωμένος ο γιός μου ο Άλεξ μου και πίσω του να σταυροκοπιέται η γυναίκα μου ‘’με τον τρελό που έχει μπλέξει’’.  Και θα γύριζα πάλι πάνω από το Λούβρο και το Ile de la Cite, τους κήπους του Λουξεμβούργου, μέχρι και πάνω από τον πύργο του Μονπαρνάς. Από ψηλά θα έβλεπα το  κορμί της πόλης ολόγυμνο όπως δεν το έχει δει κανείς, μόνο  θα μπορούσε να το έχει φανταστεί ο γλυκός παππούς Μελιές.

Ένα γερό φρενάρισμα με ξύπνησε για τα καλά. Δεν το είχε αποφασίσει ο οδηγός αν θα το περάσει ή όχι το φανάρι και να τ’ αποτελέσματα. Δέχτηκε και κάτι ‘’γαλλικά’’, αν κατάλαβα καλά από τις εκφράσεις των ‘’μελαμψών αγοριών’’.

Περάσαμε το σταθμό του βορρά (Gare du Nord) και τον σταθμό του Gare de l'Est σε λίγο είδαμε τις Πύλες Σαιν-Ντενί και Σαιν-Μαρτέν, οι πύλες αυτές οδηγούν στις δυο παλιές και σημαντικές αρτηρίες με κατεύθυνση από βορρά προς νότο και έχουν πάρει και το όνομά τους. Κάποτε οι πύλες σηματοδοτούσαν την είσοδο της πόλης.

Σε μια στάση είδα μια αφίσα «MOLIERE JEAN-BAPTISTE. DE La Comédie Française» αυτά πρόλαβα να διαβάσω πριν το λεωφορείο ξεκινήσει πάλι να κατεβαίνει τη rue Montmartre. Το πρόγραμμά μου έλεγε Κεραμεικός, Λούβρο, Παλαί Ρουαγιάλ, αλλά τα προγράμματα τα φτιάχνουμε για να τα ανατρέπουμε. Εξ άλλου και η Comédie Française και ο Μολιέρος μου, κάπου εκεί κοντά έπεφτε.

Μολιέρος ήταν το θεατρικό και καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Γάλλου θεατρικού συγγραφέα (κωμωδιογράφου) και ηθοποιού Ζαν Μπατίστ Ποκλέν, ενός από τους κορυφαίους δραματουργούς όλων των εποχών.

Γεννημένος στο Παρίσι, στις 15 Ιανουαρίου 1622, ήταν γιος του βασιλικού επιπλοποιού Ζαν Ποκλέν και της Μαρί Κρεσέ, κόρης πλούσιας οικογένειας της γαλλικής πρωτεύουσας. Η μητέρα του πέθανε όταν ήταν 10 ετών και ο νεαρός Ζαν Μπατίστ μεγάλωσε με τον πατέρα του. Σπούδασε στο ονομαστό τότε Ιησουϊτικό Κολέγιο του Κλερμόν, από το οποίο αποφοίτησαν σημαντικές προσωπικότητες της Γαλλίας, όπως ο Βολταίρος.

Ο πατέρας του τον προόριζε για την θέση του βασιλικού αρχιθαλαμηπόλου, αλλά ο Ζαν Μπατίστ είχε ιδιαίτερη κλίση στο θέατρο και μετά το τέλος των σπουδών του έφυγε από την πατρική οικία, συγκρότησε δικό του θίασο και άρχισε να παίζει διάφορα έργα, στην αρχή στο Παρίσι και στην συνέχεια στις γαλλικές επαρχίες. Τότε πήρε την απόφαση και υιοθέτησε το ψευδώνυμο Μολιέρος (Molière), για να μην προσβάλει το όνομα της οικογένειάς του, επειδή το επάγγελμα του ηθοποιού θεωρούνταν ατιμωτικό εκείνη την εποχή. Στην αρχή ανέβαζε ξένα έργα. Το 1655, παρουσίασε την πρώτη του κωμωδία, με τίτλο «Ο Απερίσκεπτος», που σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Από τότε αρχίζει να κατακτά το θεατρόφιλο κοινό της Γαλλίας και με την πάροδο των ετών όλου του κόσμου.

Είχα χαθεί στις σκέψεις μου, αλλά δεν έχασα και τη στάση μου. Μόλις περάσαμε την Ριβολί, κατέβηκα και βρέθηκα στην ανατολική πλευρά του Λούβρου να χαζεύω τις όμορφες, συμμετρικές  Colonnade de Perrault . Όλα όμως μπορούσαν να περιμένουν γύρισα λίγο πίσω με κατεύθυνση την Κομεντί Φρανζαίζ. Εξ άλλου ο μεγάλος συγγραφέας το είχε πει «Δεν είμαστε υπεύθυνοι μόνο γι’ αυτό που κάνουμε αλλά και γι’ αυτό που δεν κάνουμε».

Ο Μολιέρος προσκλήθηκε από τον βασιλιά Λουδοβίκου ΙΔ΄ να παρουσιάσει μερικά έργα στην βασιλική αυλή. Το 1659 εμφανίστηκε το έργο του "Οι γελοίες κομψές κυρίες", το οποίο κέρδισε αμέσως την εμπιστοσύνη του βασιλιά.

Η επόμενη πολύ μεγάλη επιτυχία ήταν το 1662 το θεατρικό έργο "Το σχολείο των γυναικών".

Τον Μάιο του 1664 ο Μολιέρος, που είχε γίνει διευθυντής του θεατρικού θιάσου του βασιλιά, διοργάνωσε μια φαντασμαγορική γιορτή στους κήπους των Βερσαλλιών, όπου παρουσίασε 4 νέα θεατρικά κομμάτια: την Πριγκίπισσα της Ελίδας (La Princesse d'Élide), τον Γάμο κατ'αναγκασμό (Le Mariage forcé), τους Εκνευριστικούς (Les fâcheux) και τον Ταρτουφο (Le Tartuffe). Η τελευταία αυτή κωμωδία, ο Ταρτούφος, είχε ήδη αρχίσει να προκαλεί την έντονη κριτική και τις αντιδράσεις μερικών ευγενών της Αυλής ήδη πριν γίνει η πρώτη επίσημη παρουσίαση. Ο Μολιέρος γράφει τον Ταρτούφο το 1664, σε ηλικία 43 χρονών. Το καλοκαίρι του 1667 ο Μολιέρος ανέλαβε μια επεξεργασμένη έκδοση του Ταρτούφου, την οποία μετονόμασε Ο Απατεώνας, όμως ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου του Παρισιού αντέδρασε άμεσα με μία απαγόρευση του κομματιού, ενώ ο αρχιεπίσκοπος του Παρισιού απείλησε τον Μολιέρο ακόμη και με αφορισμό. Ο βασιλιάς όμως επέτρεψε να γίνει η παρουσίαση του θεατρικού έργου ιδιωτικά από τον αδερφό του.

Εντωμεταξύ ξανασχολήθηκε με το θέμα της υποκρισίας: στα τέλη του 1664,μετά την πρώτη απαγόρευση του Ταρτούφου, συνέγραψε τον Δον Ζουάν, μία κωμωδία με θέμα έναν αριστοκράτη απατεώνα γυναικών, που στο τέλος καταλήγει στην κόλαση. Τον Ιούνιο του 1666 ο Μολιέρος εξέδωσε την κωμωδία Ο Μισάνθρωπος (Le Misanthrope), μία σάτιρα σχετικά με την υποκρινόμενη ευγένεια και την ανέντιμη κολακεία στην βασιλική αυλή αλλά και στα σαλόνια του Παρισιού.

«Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι στα λόγια, αλλά είναι οι πράξεις που αποκαλύπτουν τις διαφορές». έγραφε ο μεγάλος συγγραφέας.

Πήρα τη Rue St Honoré πέρασα την Προτεστάντικη εκκλησία στ’ αριστερά μου, το υπέροχο κτίριο του Υπουργείου Πολιτισμού δεξιά μου, το Παλέ Ρουαγιάλ και την πλατεία του και μπήκα στο δρόμο απέναντι από την Κομεντί Φρανσαίζ, το Εθνικό Θέατρο της Γαλλίας δεσπόζει  στις δυο υπέροχες πολυσύχναστες πλατείες που φέρουν τα ονόματα των συγγραφέων Κολέτ και Αντρέ Μαλρό. Ο θεσμός έχει εν μέρει τις ρίζες του στον θίασο του Μολιέρου, του 17ου αιώνα. Στο φουαγιέ βρίσκεται η πολυθρόνα στην οποία ο Μολιέρος κατέρρευσε, ξεψυχώντας πάνω στη σκηνή το 1673. Τραγική ειρωνεία  στην παράσταση του έργου του «ο κατά φαντασίαν ασθενής». Ο Μολιέρος δεν υπήρξε μόνο μεγάλος συγγραφέας, αλλά και σπουδαίος ηθοποιός, αν και βίωνε μια αντίφαση. Ο ίδιος προτιμούσε να ερμηνεύει τραγικούς ρόλους, αλλά το γούστο της εποχής του ήταν εναντίον του. Κυρίως όμως του άρεσε να γράφει «Το γράψιμο είναι σαν την πορνεία: Στην αρχή γράφει κανείς για τον εαυτό του. Μετά για τους φίλους και, στο τέλος, για τα λεφτά», σημείωνε ο μεγάλος συγγραφέας.

Ο Μολιέρος θεωρείται από τους μεγαλύτερους και επιδραστικότερους θεατρικούς συγγραφείς όλων των εποχών και σημείο αναφοράς για την νεώτερη κωμωδία. Τα έργα του με τη ζωηρή και θαυμάσια περιγραφή ανθρωπίνων τύπων, χαρακτήρων και ηθών, αποτέλεσαν για την εποχή εκείνη αληθινή επανάσταση. Επέδρασαν εξαιρετικά στην διαμόρφωση του νεώτερου θεάτρου, προπάντων της κωμωδίας και συγκινούν και στις μέρες μας το θεατρικό κοινό. Έγραφε «Το φως της αλήθειας έκαμε πολλούς ανθρώπους να επιζητούν να κρυφτούν πίσω από την παχιά σκιά της». Κάθισα στο σιντριβανάκι της πλατείας Μαλρό και άρχισα να φωτογραφίζω το όμορφο κτίριο της Κομεντί Φρανσαίζ με τις όμορφες κολώνες της και τους στρογγυλούς φανούς της. Πίσω και δεξιά από το κτίριο οι πρώτες ακτίνες δήλωναν την παρουσία τους.

Ήδη από την ίδρυση του το 1680, από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄, το θέατρο  έχει τύχη κρατικής προστασίας ως εθνικό κέντρο πολιτισμού και εγκαταστάθηκε σε αυτό το κτήριο το 1799. Το ρεπερτότριο της Κομεντί Φρανσαίζ  Comedie Francais, περιλαμβάνει έργα των Κορνέιγ, Ρακίνα, Μολιέρου, Σέξπιρ, αλλά και σύγχρονων θεατρικών συγγραφέων. Το πρόγραμμά μου, όπως το συνήθιζα τις τελευταίες μέρες,  είχε πάει περίπατο αλλά όπως έλεγε και ο Μολιέρος «Προτιμώ ένα ελάττωμα που δεν ενοχλεί κανέναν από ένα ανυπόφορο προτέρημα».

Η αποδοχή των έργων του Μολιέρου ήταν τέτοια ώστε έχουν μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις γλώσσες του κόσμου. Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί και παρουσιαστεί σχεδόν όλα τα έργα του, ήδη από τα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Τα σπουδαιότερα είναι: «Ο Απερίσκεπτος», «Ο Ταρτούφος», «Ο Φιλάργυρος» (ή «Ο Εξηνταβελώνης, «Δον Ζουάν» «Σχολείο Γυναικών», «Ο Μισάνθρωπος», «Ο κατά φαντασίαν ασθενής» και «Ο Αρχοντοχωριάτης».

Ο Μολιέρος προσβλήθηκε από φυματίωση. Κατά την διάρκεια της τέταρτης παράστασης του έργου του «Ο κατά φαντασίαν ασθενής», στις 17 Φεβρουαρίου 1673 κατέρρευσε στην σκηνή βήχοντας και αιμορραγώντας και παρά τις πιέσεις του βασιλιά Λουδοβίκου XIV για ξεκούραση, εκείνος συνέχισε να παίζει μέχρι το τέλος του έργου. Ύστερα από αυτό κατέρρευσε ξανά έχοντας μεγαλύτερη αιμορραγία αυτή τη φορά και πέθανε λίγες ώρες αργότερα στο σπίτι του. Ενταφιάστηκε χωρίς χριστιανική κηδεία και όντας ηθοποιός απαγορευόταν εκ νόμου να ταφεί στο ιερό χώμα ενός νεκροταφείου. Η σύζυγός του ζήτησε από το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ΄ να επιτρέψει μια απλή τελετή αργά τη νύχτα. Εκείνος δέχτηκε και ο Μολιέρος τοποθετήθηκε στο μέρος του νεκροταφείου που προοριζόταν για τα αβάπτιστα βρέφη. Σε εκείνη την μυστική κηδεία παραβρέθηκαν πάνω από 800 άτομα. Το 1792 τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μουσείο μνημείων της Γαλλίας και το 1817 μεταφέρθηκαν στο κοιμητήριο του Περ-Λασαίζ. Λέγεται πως τη νύχτα που πέθανε, ο Μολιέρος φορούσε πράσινα ρούχα και έκτοτε υπάρχει η προκατάληψη πως το πράσινο χρώμα φέρνει κακοτυχία στους ηθοποιούς. Για τον θάνατο είχε σημειώσει «Δεν πεθαίνει κανείς παρά μόνο μια φορά και είναι για τόσο πολύ καιρό».

Καθώς έπεφταν οι ακτίνες του ήλιου, ήταν συγχρονισμένες με τις πρώτες νότες από τις Gymnopédies του Erik Satie που για κάποιο λόγο έφτασαν στο νου μου, αλλά κυρίως στα έγκατά μου και όχι μόνο αυτό αλλά όπως βάδιζα  έδεναν τόσο καλά οι μουσικές φράσεις με τις εικόνες που αντίκριζα  που νόμιζες  πως κάποιος έμπειρος μοντέρ είχε πάρει ήχο και εικόνα και τα είχε δέσει σ’ ένα αρμονικό video clip. Κάθε νότα και μια ακτίνα φωτός, ανάμεσα σε κτήρια, σε κάγκελα, σε καμινάδες, σε ανάγκες κι ενοχές. Σε λίγο μια δέσμη φωτός στεφάνωσε τους υπέροχους κήπους του Κεραμεικού. Έτσι συμβαίνουν τα θαύματα, όπως και τα γέλια, από τις συμπτώσεις που δεν μπόρεσαν να συγκρατηθούν μέσα στο σεντούκι της τάξης και της κοινοτοπίας και βγήκαν να πάρουν φως και αέρα στις βαθιές επιθυμίες των ανθρώπων.