Μικραίνει το χάσμα ανισοτήτων μεταξύ των περιφερειών της ΕΕ, επισημαίνει η όγδοη έκθεση συνοχής που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Σύμφωνα με τα κύρια πορίσματα της έκθεσης, χάρη στις επενδύσεις στην πολιτική συνοχής, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών αναμένεται να αυξηθεί έως και 5% έως το 2023. Το χάσμα σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ μειώθηκε κατά 3,5%, μεταξύ των λιγότερο ανεπτυγμένων και των πιο ανεπτυγμένων περιφερειών. Επιπλέον, το ποσό των επενδύσεων στην πολιτική συνοχής αυξήθηκε από το 34% των συνολικών δημόσιων επενδύσεων της περιόδου 2007-2013 σε 52% την περίοδο 2014-2020.
Τα στοιχεία της έκθεσης

Η έκθεση τονίζει ότι η πολιτική συνοχής βοήθησε τις περιφέρειες της ΕΕ να αντιμετωπίσουν την πρόκληση της πανδημίας του κορονοϊού και τις συνέπειές της. Ως μέρος του NextGenerationEU, το «REACT-EU» παρείχε επιπλέον 50,6 δισεκατομμύρια ευρώ για να υποστηρίξει την ανάκαμψη από την πανδημία, επιτρέποντας σε περιφέρειες και πόλεις να συνεχίσουν να επενδύουν στην ανάπτυξή τους κατά την προετοιμασία της προγραμματικής περιόδου 2021-2027. Παρείχε επίσης ένα πολύ αναγκαίο δίχτυ ασφαλείας σε ευάλωτα άτομα.

«Χάρη στην ευελιξία της πολιτικής συνοχής παρασχέθηκε η αναγκαία και γρήγορη υποστήριξη στα κράτη μέλη, στις περιφερειακές και τοπικές αρχές, εν μέσω της οικονομικής επιβράδυνσης και της χειρότερης κρίσης των τελευταίων εποχών». Ωστόσο, περιφέρειες μεσαίου εισοδήματος και λιγότερο ανεπτυγμένες, ιδίως στη νότια και νοτιοδυτική ΕΕ, έχουν υποφέρει από οικονομική στασιμότητα ή παρακμή. Η σύγκλιση μεταξύ των κρατών μελών έχει επιταχυνθεί, αλλά οι εσωτερικές περιφερειακές ανισότητες στα ταχέως αναπτυσσόμενα κράτη μέλη έχουν αυξηθεί.

Ο κίνδυνος της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού παραμένει υψηλός. Ο αριθμός των ατόμων που κινδυνεύουν από φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό μειώθηκε κατά 17 εκατομμύρια μεταξύ 2012 και 2019. Ωστόσο, ακόμη και σήμερα περισσότερα από 1 στα 5 άτομα στην ΕΕ κινδυνεύουν, ακόμα και σε ευημερούσες περιοχές. Η πανδημία αύξησε κατά 5 εκατομμύρια τα άτομα που ζουν στο όριο της οικονομικής ανέχειας.
«Ο πληθυσμός της ΕΕ γερνάει και θα αρχίσει να συρρικνώνεται»

Το ποσοστό απασχόλησης της ΕΕ είναι υψηλότερο σήμερα από ό,τι πριν από την οικονομική κρίση του 2008, αλλά δεν έχουν ανακάμψει πλήρως όλες οι περιφέρειες. Οι περιφερειακές ανισότητες εξακολουθούν να είναι υψηλότερες από ό,τι πριν από την οικονομική κρίση. Στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, τα ποσοστά απασχόλησης είναι 10 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από ό,τι στις πιο ανεπτυγμένες περιφέρειες. Αυτό το χάσμα δεν έχει συρρικνωθεί μεταξύ 2013 και 2020.

«Ο πληθυσμός της ΕΕ γερνάει και θα αρχίσει να συρρικνώνεται τα επόμενα χρόνια», επισημαίνει η έκθεση συνοχής. Το 2020, το 34% του πληθυσμού της ΕΕ ζούσε σε μια περιοχή που συρρικνώνεται. Αυτό προβλέπεται να φτάσει το 51% το 2040. Όλες οι περιφέρειες θα πρέπει να προσαρμοστούν σε έναν αυξανόμενο πληθυσμό ηλικίας 65 ετών και άνω και σε ένα συρρικνούμενο νεότερο πληθυσμό και εργατικό δυναμικό.

Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, παρατηρείται ότι στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες, η συμμετοχή των ενηλίκων στην εκπαίδευση και την κατάρτιση είναι μικρότερη σε σχέση με τις πιο ανεπτυγμένες περιφέρειες (5% έναντι 12%). Οι νέοι ενήλικες είναι πιο πιθανό να εγκαταλείψουν την εκπαίδευση και την κατάρτιση νωρίς σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές (12%) από ό,τι σε πιο ανεπτυγμένες περιοχές (9%). Η τριτοβάθμια εκπαίδευση αυξάνεται σε όλες τις περιφέρειες, αλλά το χάσμα μεταξύ περισσότερο και λιγότερο ανεπτυγμένων περιφερειών παραμένει μεγάλο.
Οι επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19

Σχετικά με τις επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19, επισημαίνεται ότι η υπερβολική θνησιμότητα μεταξύ Μαρτίου 2020 και τέλους 2021 ήταν σημαντικά υψηλότερη στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες (17%) από ό,τι στις πιο ανεπτυγμένες περιφέρειες (12%) και στις περιοχές μετάβασης (11%). Ο οικονομικός αντίκτυπος της πανδημίας ήταν υψηλότερος στις νότιες περιοχές όπου οι οικονομίες εξαρτώνται περισσότερο από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες.

Για την «πράσινη μετάβαση», τα διαθέσιμα στοιχεία υποδηλώνουν ότι η ΕΕ έχει επιτύχει τον στόχο της για το 2020 για μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου (GHG) κατά 20% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990, αλλά θα χρειαστούν σημαντικά περισσότερες προσπάθειες για να επιτευχθεί ο στόχος του 2030 για μείωση κατά 55%. Επισημαίνεται, επίσης, ότι «η πράσινη μετάβαση θα τονώσει την απασχόληση και την ανάπτυξη στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ανακύκλωση, το σχεδιασμό, την ανακαίνιση και τις υπηρεσίες οικοσυστήματος, αλλά μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τους τομείς που πρέπει να μετασχηματιστούν για να μειώσουν τις εκπομπές τους και τις περιοχές στις οποίες βρίσκονται. Τέτοιες περιφέρειες θα πρέπει να υποστηριχθούν στη μετάβαση με ad hoc μέσα, όπως το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης».

Για την «ψηφιακή μετάβαση», η έκθεση επισημαίνει ότι οι ευρυζωνικές συνδέσεις είναι πιο αργές σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές και αγροτικές περιοχές. Σε συνδέσεις πολύ υψηλής ταχύτητας έχουν πρόσβαση 2 στους 3 κατοίκους των πόλεων, έναντι μόνο 1 στους 6 κατοίκους της υπαίθρου. Στη νέα προγραμματική περίοδο 2021-2027, η πολιτική συνοχής θα συνεχίσει να υποστηρίζει όλες τις περιφέρειες της ΕΕ για την αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων, με τη βοήθεια και του Ταμείου Ανάκαμψης (NextGenerationEU).
«Να επιταχυνθεί η υιοθέτηση και εφαρμογή των προγραμμάτων πολιτικής συνοχής»

Μεταξύ άλλων, θα υποστηριχθούν οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο από τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο της μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα χάρη, στο Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και θα γίνουν επενδύσεις στην ψηφιακή μετάβαση για την επέκταση της πρόσβασης στο διαδίκτυο πολύ υψηλής ταχύτητας, την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων και την επένδυση σε εξοπλισμό πληροφορικής.

Η Επίτροπος για τη συνοχή και τις μεταρρυθμίσεις, Ελίζα Φερέιρα, δήλωσε ότι «πρέπει να επιταχυνθεί η υιοθέτηση και εφαρμογή των προγραμμάτων πολιτικής συνοχής για την περίοδο 2021-2027, ώστε να μπορέσουμε να συνεχίσουμε να στηρίζουμε τις περιφέρειες στην ανάκαμψη από την πανδημία, να αποκομίσουμε τα πλήρη οφέλη από τη μετάβαση σε μια πράσινη και ψηφιακή Ευρώπη και να επιτύχουμε μακροπρόθεσμη ανάπτυξη».