Ο «Αγαμέμνων» του Γιάννη Ρίτσου είναι ένα αριστουργηματικό ποίημα με λαμπρό ποιητικό ύφος, υπό τη μορφή του δραματικού μονολόγου, που όσο περισσότερο το σκαλίζεις, τόσο περισσότερο το κατανοείς και σε εντυπωσιάζει. Η σύνθεση του διήρκησε 4 χρόνια και κατέληξε σε μια αποδόμηση του γνωστού μύθου των Ατρειδών, με σχεδόν ακέραια τη μυθολογική του διάσταση, αλλά με την σύγχρονη ματιά πάνω σε μεμονωμένα περιστατικά που φωτίζουν - και ερμηνεύουν - τον «άνθρωπο Αγαμέμνονα».

Μέσα από αναδρομές, ο Αγαμέμνων ξετυλίγει αργά, από τη μια, τα αφηγηματικά γεγονότα του χτες κι από την άλλη, την δική του συναισθηματική κατάσταση, καθώς φτάνει στο «πως» και «γιατί» κατέληξε εδώ που τώρα βρίσκεται. Μετά από έναν απολογισμό ζωής οδηγείται στο τελικό στάδιο, αυτό της επώδυνης αυτογνωσίας. «…Κι έτσι θα καταλάβαιναν το πόσο ισχυρός… Πόσο ανήμπορος ήμουν….». Ο Αγαμέμνων επιστρέφει στο παλάτι του, στο Άργος, εξουθενωμένος σωματικά και ψυχικά, αποξενωμένος από όλους. Από την οικογένεια του, από τα παιδιά του, από την γυναίκα του και το θλιβερότερο αποξενωμένος από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο ήρωας Αγαμέμνων για τον Ρίτσο δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, άνθρωπος κοινός, εγκλωβισμένος στον ιστό που ο ίδιος προσεχτικά τόσα χρόνια ύφαινε.

Ξεχωριστό αλλά και καταλυτικό «κεφάλαιο» αποτελεί η σχέση μεταξύ των δύο συζύγων Αγαμέμνονα και Κλυταιμνήστρας. Μια σχέση πολύ ανθρώπινη, με τρυφερότητα κι ερωτισμό. Όμως και μια σχέση με έλλειψη επικοινωνίας και αποξένωση. Και τέλος, μια σχέση σιωπής, ώσπου τελικά αυτή να παγιωθεί και να γίνει οριστική. 

Ο Αγαμέμνων ζητά από την αρχή του έργου να του ετοιμάσουν ένα πολύ ζεστό λουτρό. Το αίτημα αυτό ανάγεται σε μοτίβο, ώστε εύκολα να καταλαβαίνουμε πως ο ήρωας αποζητά την «κάθαρση». Η φθορά όμως έχει επέλθει. Και το χειρότερο, το γνωρίζει. Όταν τελικά πάει προς το λουτρό, έχει συνειδητοποιήσει πως βαδίζει το δρόμο της μοίρας. Δε θα βγει  ποτέ από εκεί. Στο τέλος του έργου, στην πολυθρόνα του Αγαμέμνων, μένει το σωσίβιο με την επιγραφή «Λάχεσις» (Λάχεσις ήταν η μία από τις τρεις μοίρες που με το μαγικό ραβδί της όριζε τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου).

Η σκηνοθετική γραμμή του Δημήτρη Γεωργαλά ως προς ένα έργο - ποιητική σύνθεση που έχει όλα τα χρώματα του αρχαιοελληνικού μύθου (φιλοσοφία του αρχαίου έλληνα με την έννοια της μοίρας και της αυτογνωσίας, ηθική με την έννοια των ανθρωπιστικών αξιών και πολιτική), χαρακτηρίζεται από μια πιστότητα ως προς το κείμενο, γνωρίζοντας από τη μια πως το έργο του ποιητή είναι σημαντικό να μείνει αναλλοίωτο αλλά και από την άλλη προσπαθώντας συνειδητά να δημιουργήσει ρήξη στην σχέση του θεατή με το προηγούμενο αισχύλειο ή σοφόκλειο δράμα. Εμφανής η σκηνική οικονομία, όπου οτιδήποτε χρησιμοποιείται είναι καθοριστικό, ενώ τα λίγα σκηνικά αντικείμενα επιμελημένα στην κάθε τους λεπτομέρεια γίνονται κι αυτά «ομιλητές». Το σωσίβιο, οι πολυθρόνες, το τραπεζάκι, το σταχτοδοχείο, το κόκκινο κρασί, προσπαθούν να καλύψουν ένα επίπεδο «πολυπρισματικό».

Ο Γεράσιμος Σοφιανός αποδίδει με ρεαλισμό και ακρίβεια - στον λόγο και στην κίνηση - τον υπερφίαλο, αγέρωχο, στοχαστικό, τρυφερό και αδύναμο Αγαμέμνονα. Με πολύ άνεση και φυσικότητα διεισδύει στον ρόλο δίνοντας την εντύπωση ότι ζει αληθινές σκηνικές εμπειρίες με όλη την αλήθεια που αυτές περικλείουν. Η Μαρίνα Παντελάκη, ως Κλυταιμνήστρα, έχει να ξεπεράσει το παράδοξο ενός ρόλου αντιφατικού. Η Κλυταιμνήστρα δεν μιλάει ουσιαστικά (εκτός από τον πρόλογο και τον επίλογο), απλά υπάρχει στον χώρο. Όμως είναι ένας εκ των πρωταγωνιστών - αν όχι στην ουσία πρωταγωνιστής - με την έννοια ότι είναι «αυτή για την οποία γίνονται τα πάντα.» Η ηθοποιός «μιλάει» καθαρά και ξάστερα μέσω των κινήσεων της και κυρίως, μέσω των ματιών της. Μια εξαιρετικά προσεγμένη παρουσία χαμηλών τόνων με έντονη εκφραστικότητα του βλέμματος σε έναν πολύ επιδέξιο χειρισμό ενός ρόλου βωβού μεν μα και τόσο καταλυτικού.

Πρόκειται, συμπερασματικά, για μια θεατρική παράσταση που συγκινεί και ηλεκτρίζει, ένα «θέατρο ιδεών» εξαιρετικά προσεγμένο που διεισδύει στον πυρήνα, στα ενδότατα του αριστουργηματικού αυτού ποιήματος.

Ταυτότητα της παράστασης:

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Γεωργαλάς
Σκηνικά - Kοστούμια: Δημήτρης Ντάσιος
Σχεδιασμός Φωτισμών: Ευσταθία Δρακονταειδή
Επιμέλεια κίνησης: Θέμης Παυλής
Βοηθός σκηνοθέτη: Νίκος Τσιμάρας
Φωτογραφίες: Γιώργος Στυλιανός
Δημιουργικό: Αναστάσιος Σωτηρίου
Παραγωγή: Βιομηχανική
Ερμηνείες: Γεράσιμος Σοφιανός, Μαρίνα Παντελάκη
Διάρκεια 65 λεπτά

Δύο τελευταίες παραστάσεις

Σάββατο και Κυριακη στις 9:15
στο Θέατρο Λιθογραφείον
(Μαιζώνος 172Β, Πάτρα)
τηλ. Κρατήσεων – πληροφορίες : 2610.328394

Εισιτήρια:

12 € κανονικό
10 € μειωμένο ( ανέργων, ΑΜΕΑ, φοιτητικό, ατέλεια ηθοποιών)