Η Μαρίνα Παντελάκη είναι ένα ανήσυχο πνεύμα. Αποφάσισε να γίνει ηθοποιός, αλλά δεν έμεινε πάνω σε αυτό. Εμπλουτίζει συνεχώς τις γνώσεις της παρακολουθώντας σεμινάρια υποκριτικής, κάνοντας ταξίδια στον εξωτερικό για το θέατρο και σπουδάζοντας πάνω στο αντικείμενο που έχει επιλέξει.

Ίσως όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα την αγέρωχη και περήφανη γυναίκα, την Κλυταιμνήστρα, που το Πατρινό κοινό βλέπει εδώ και ορισμένες εβδομάδες να ανεβαίνει στη σκηνή του Λιθογραφείον, στην παράσταση «Αγαμέμνων, σαν ένας ωραίος νεκρός» μαζί με τον Γεράσιμο Σοφιανό, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γεωργαλά.

Μια παράσταση που αξίζει να δει κάποιος, καθώς πέρα από τις υπέροχες ερμηνείες της και το όλο σκηνικό που έχει στηθεί από τον Δημήτρη Γεωργαλά, δίνεται η ευκαιρία στον θεατή να εισχωρήσει θεατρικά σε ένα από τα ομορφότερα κείμενα της νεο ελληνικής λογοτεχνίας, σε αυτό του μεγάλου μας ποιητή Γιάννη Ρίτσου.


Τι είναι ο «Αγαμέμνων» του Γιάννη Ρίτσου ως χαρακτήρας και ως προσωπικότητα;  

Ο Αγαμέμνων γράφεται από τον ποιητή από τον Δεκέμβρη του 1966 έως τον Οκτώβρη του 1970. Σε αυτό το διάστημα ο Ρίτσος οδηγείται σε εξορίες στην Γιάρο και στην Λέρο, ενώ ακολουθεί και ένας κατ’ οίκον περιορισμός στη Σάμο ως το τέλος του 1970. Νοσηλεύεται στον Αγ. Σάββα με φυματίωση φρουρούμενος, γίνεται η διάσπαση του ΚΚΕ και τέλος, η εισβολή των τανκς του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία, αποτελούν γεγονότα που θα επηρεάσουν την θεματική γραφή του ποιητή.

Παράλληλα όμως είναι και το πιο παραγωγικό διάστημα γι’ αυτόν καθώς βραβεύεται, τιμητικές διακρίσεις έρχονται από το εξωτερικό, μεταφράζονται τα έργα του σε διάφορες γλώσσες. Όμως οι πιο πάνω δραματικές συνθήκες είχαν ως αποτέλεσμα ο ποιητής να στραφεί στον απολογισμό του και στην αναζήτηση νοήματος της ύπαρξής του. Αυτές οι αγωνίες και οι αναστοχασμοί αντανακλώνται στην ποιητική δημιουργία του Αγαμέμνονα.

Ο πολέμαρχος επιστρέφει σπίτι του, στην πατρίδα του μετά από 10 χρόνια απουσίας του στην Τροία. Τον υποδέχεται η Κλυταιμνήστρα με πανηγυρικό τρόπο, η οποία θα τον δολοφονήσει στο τέλος στο λουτρό του ανακτόρου.

Όλο αυτό αποδεικνύει πως ο ποιητής εμπνεύστηκε από την Αισχύλεια τραγωδία και ειδικότερα από τη τριλογία Ορέστεια. (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες) Έχει διαπράξει Ύβρη το γνωρίζει, αφού έχει θυσιάσει την κόρη του Ισμήνη, γεγονός που θα φέρει την Άτη, αυτή που επιμελείται την ισορροπία της τάξης στην ανθρώπινη φύση και σαν αποτέλεσμα επέρχεται η διαδικασία της Δίκης.

Μέσα από τον μύθο και τις μυθικές περιπέτειες λοιπόν, ο Ρίτσος παρουσιάζει έναν Αγαμέμνονα με άκρως επίκαιρα και σύγχρονα θέματα όσον αφορά την ανθρώπινη φύση και κοινωνία. Δίψα για εξουσία, ανθρωποκτονίες, μίση και τραγικές συγκρούσεις με ανθρώπους που μέσα τους κυλά το ίδιο αίμα, αίμα της ίδιας οικογένειας. Όλα αυτά ταυτίζονται με το παρόν που βιώνει ο ποιητής με εμφύλιες διαμάχες, σημαντικές μικρές ήττες που βιώνονται στο εσωτερικό του Αριστερού κινήματος της εποχής.

Από την αρχή του μονολόγου ο Αγαμέμνονας ικετεύει την Κλυταιμνήστρα να προστάξει το πλήθος να σωπάσει, πράγμα εντελώς αντίθετο με την βασιλική του ιδιότητα. Έμμεσα λοιπόν ο βασιλιάς αποποιείται του αξιώματός του, το οποίο και προσφέρει απλόχερα στην γυναίκα του.

Εν συνεχεία, βλέπουμε να τον βαραίνει το φορτίο της εξουσίας καθώς συνειδητοποιεί τα κρίματα που κουβαλά, ενώ κάνει έναν απολογισμό της ζωής του, που σαν στρατηλάτης έμεινε άδεια από απλές στιγμές ευτυχίας και γαλήνης. Όσο προχωρά η εξομολόγηση, ο Ρίτσος αποκαθηλώνει το μυθικό πρόσωπο και την βασιλική μορφή και έτσι ερχόμαστε πιο κοντά σε έναν ειλικρινή υπαρξιακό απολογισμό.  


Τι πιστεύεις ότι θέλει να περάσει μέσα από αυτό το έργο ο μεγάλος μας ποιητής. Ποιο είναι το κεντρικό του μήνυμα θεωρείς; 

Ο θάνατος, η φθορά του σώματος, το υπαρξιακό κενό, η κατολίσθηση των αξιών αποτελούν κεντρικούς θεματικούς άξονες του ποιήματος. Ο θάνατος αποτελεί την μόνιμη σκέψη του σαν αναπότρεπτη κατάληξη κάθε ανθρώπου, άρχοντα και μη.

Ο Αγαμέμνων γίνεται ο άνθρωπος που αγωνιά για το εφήμερο της ύπαρξής του, που δεν αισθάνεται ήρωας καθώς βγάζει από πάνω του τον μανδύα και ευγνωμονεί τον θεό που είναι ακόμα ζωντανός, σε αντίθεση με το θάνατο των συντρόφων του. Ο Ρίτσος κατεβάζει τον μυθικό ήρωα από το βάθρο του, αποδεικνύοντας πως οι μυθικοί ήρωες δεν είναι άλλοι, παρά οι άνθρωποι της κάθε εποχής που αγωνιούν για τα εφήμερα ζητήματα της καθημερινότητάς τους. Στον Αγαμέμνονα το κέντρο βάρους μετατίθεται στο υπαρξιακό πεδίο.

Ο ποιητής θέτει ένα συνειδησιακό ζήτημα. Ο ήρωας προετοιμάζεται για το αναπότρεπτο, για την Λάχεση* που δεν μπορεί να αποφύγει. *(μια εκ των τριών Μοιρών που ορίζει τι θα λάχει σε κάθε άνθρωπο) Ουσιαστικά δεν τον ρίχνει κάτω, για να περάσει από πάνω του, αλλά προτιμά να του αποδώσει το δίκιο του, περνώντας τον μέσα από τη διαδικασία της αυτογνωσίας, καθώς εμφανίζεται μετανοιωμένος στο βάθος  και απελπισμένος από το γεγονός ότι άφησε τη ζωή του να χαθεί στο κυνήγι της ατομικής δόξας.

Κανένα παρελθόν δεν μπορεί να προσφέρει παρηγοριά στον άνθρωπο του παρόντος, την στιγμή που συνειδητοποιεί το αναπόφευκτο τέλος του. Ένα τέλος που επαναφέρει τον μυθικό ήρωα στη γη, τονίζοντας τη φθαρτότητα της ανθρώπινης φύσης.

Όσο πλησιάζει προς το τέλος η εξομολόγηση, ο Αγαμέμνονας αναφέρεται ότι επιθυμεί την επανένωσή του με το σύμπαν μέσω της επιστροφής στη μητέρα της δημιουργίας, τη γη.

Το σχήμα από τη ζωή στο θάνατο είναι κυκλικό, έναν άψογο κύκλο – ίσως μηδέν, ίσως ολόκληρο. Μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο βασιλεύει η ακυβερνησία κι όσο η ζωή τείνει προς το θάνατο , ο άνθρωπος αισθάνεται μια πρωτόγνωρη ελευθερία, τότε αισθάνθηκα μια τρομαγμένη ελευθερία μέσα σ’ αυτό το ακυβέρνητο ακριβώς.


Ποιο πιστεύεις ότι είναι το ηρωικό και ποιο το τραγικό στοιχείο των πρωταγωνιστών του έργου, έτσι όπως τους παρουσιάζει ο Ρίτσος;

Όταν κάποιος αποφασίζει συνειδητά να κάνει μια πράξη που υπερβαίνει τα ανθρώπινα όρια, αυτόματα γίνεται ήρωας. Η Κλυταιμνήστρα έχει αποφασίσει να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα και ο Αγαμέμνονας γυρίζει στην πατρίδα του και στο σπίτι του γνωρίζοντας ότι θα πεθάνει, αφού έχει θυσιάσει την κόρη του. Αυτές είναι ηρωικές πράξεις, δεν τις κάνει ο καθένας. 

Από τη στιγμή όμως που τις χρεώνεσαι, θα υποστείς και το τίμημα. Αυτό σε κάνει τραγικό πρόσωπο. Μέσα στο ποίημα ο ήρωας αναρωτιέται πως γίνεται να θυσιάσει έναν άνθρωπο για λίγο ούριο άνεμο. Η ανθρώπινη ζωή τίθεται στον βωμό της σκοπιμότητας, θέτοντας το ερώτημα αν η θυσία υπηρετεί το γενικό καλό ή ικανοποιεί τη ματαιοδοξία του εκάστοτε άπληστου άρχοντα. 

Κάνοντας τον απολογισμό της ζωής του, βαθαίνει ο υπαρξιακός προβληματισμός και καταλήγει στην πικρή διαπίστωση πως δεν έζησε αληθινά σημαντικές στιγμές, αγνόησε τις εσωτερικές ανθρώπινες απαιτήσεις και σπατάλησε άσκοπα το χρόνο του, στην προσπάθειά του να αναδειχθεί στην εκτίμηση των άλλων, αποκαλύπτοντας τον καημό για τα όσα χάθηκαν οριστικά, για όλες τις υποσχέσεις που μετατράπηκαν σε αιματοβαμμένη πραγματικότητα.

Η πικρή αυτή διαπίστωση τονίζει την ανθρώπινη φύση του ήρωα, ο οποίος αποδομεί την αίγλη της μυθικής κληρονομιάς και παρουσιάζεται πλέον ένας κουρασμένος και δοκιμασμένος άνθρωπος της εποχής, που βρίσκεται  μπροστά στο θάνατο, με διάχυτη τη αίσθηση της φθοράς και της αποτυχίας, με ένα μέλλον που ούτε ο ίδιος πια μπορεί να καθορίσει.   


Τι είναι αυτό που σε κεντρίζει στον ρόλο της Κλυταιμνήστρας; Ποιες οι αντιθέσεις της σε σύγκριση με την ηρωίδα που γνωρίζουμε μέσα από τον κύκλο των Ατρειδών; 

Από την αρχή αυτό που τέθηκε σαν στόχος για το ρόλο της Κλυταιμνήστρας ήταν η ηθοποιός να ακούει τον ομιλούντα χαρακτήρα, να ανταποκρίνεται και να απαντά με τη σιωπή της. Να κλιμακωθεί αυτή η βασανιστική σιωπή και να φτάσει ως το φόνο. Είναι μια πολυσύνθετη προσωπικότητα.

Είναι γυναίκα, είναι βασίλισσα, είναι μάνα που έχασε παιδί από το χέρι του συζύγου της. Είναι μια ηγετική μορφή, σε μια εποχή που η γυναίκα έχει υποτιμητική θέση, είναι η απατημένη σύζυγος, είναι μοιχαλίδα και είναι αυτή που με στρατηγική δολοφονεί και εκδικείται.

Αυτά είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την Κλυταιμνήστρα και τα γνωρίζουμε μέσα από τον μύθο των Ατρειδών. Πάνω σε αυτά προστέθηκαν οι δυο μονόλογοι από το αισχύλειο έργο που ακούγονται στην αρχή και στο τέλος του έργου.

Ο πρώτος μονόλογος  βάζει τον θεατή στο κλίμα της παράστασης και δηλώνεται η στάση που θα κρατήσει η Κλυταιμνήστρα κατά τη διάρκεια όλης της απολογίας – εξομολόγησης. Ο τελευταίος μονόλογος ακριβώς μετά το φόνο, μιλάει με την ίδια εξομολογητική – απολογητική πρόθεση.

Στόχος ήταν να αποτελέσει λόγο καθαρής απολογίας και να εκληφθεί ως απάντηση στον λόγο του Αγαμέμνονα και στην τιμωρία που την περιμένει από το χέρι του Ορέστη. Η βάση για την απόδοση του ρόλου της Κλυταιμνήστρας ήταν να καταδειχθεί η ανθρώπινη και η τρωτή υπόστασή της, ακολουθώντας το μοτίβο του Αγαμέμνονα.


Στην εποχή της πανδημίας ένας σύγχρονος Αγαμέμνονας και μια Κλυταιμνήστρα είναι κοντά στον  μύθο ή στον υλισμό (ρεαλισμό) του Ρίτσου; 

Η πανδημία έχει δημιουργήσει συνειδησιακές ανησυχίες, ρωγμές στο άτομο και στην κοινωνία και αγωνία για την ύπαρξη. Κι ίσως αυτό μας κάνει να επικοινωνούμε πιο βαθιά με φιλοσοφικά κείμενα όπως αυτό του Ρίτσου.

Ο μύθος πάντα είναι το πρόσχημα, ο υλισμός αποδεικνύεται άχρηστος σε μια τέτοια εποχή. Έχουμε ανάγκη από σκέψεις και λόγια μεγάλων πνευματικών ανθρώπων που είναι η μόνη μας παρηγοριά. Η τέχνη μπορεί να μας παρηγορήσει σε δύσκολους καιρούς. Όλα αποκτούν μια συμβολική διάσταση μέσα μας κι ο καθένας ταυτίζεται με αυτό που προσλαμβάνει.

Υπάρχουν σίγουρα στην καθημερινότητα μας σύγχρονοι Αγαμέμνονες; Ποιους θεωρείς;

Πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν Αγαμέμνονες, όσο υπάρχει εξουσία, συμφέρον, φιλοδοξία, όσο οι άνθρωποι θυσιάζουν αξίες και πρόσωπα για κάτι άλλο που στοχεύουν. Όσο υπάρχει ο βωμός του συμφέροντος πάνω στον οποίο χάνονται ζωές, τόσο θα υπάρχει το τίμημα που περιμένει τον καθένας μας τη στιγμή που λογοδοτεί στον ίδιο του τον εαυτό.


Το κείμενο του Ρίτσου είναι γεμάτο από εικόνες που παραπέμπουν σε μια θεατρικότητα. Ποιες οι βασικές δυσκολίες μεταφοράς του έργου στη σκηνή;

Η ρεαλιστική ερμηνευτική προσέγγιση ήρθε σε αντίθεση με τον ποιητικό λόγο, φωτίζοντας με τον τρόπο αυτό περισσότερες διαστάσεις του ποιητικού λόγου, χωρίς να αποκλείει τη διάσταση του ενός στοιχείου έναντι του άλλου. Έγινε προσπάθεια η ποίηση να δοθεί από την όψη της παράστασης, ενώ ο λόγος να εκφέρεται άμεσα και όχι με λυρικότητα.

 Ο άνθρωπος που πάσχει δεν μιλάει ποιητικά εν γνώσει του, αλλά η συνθήκη που ζει τον κάνει να μιλάει με αυτό τον τρόπο. Συνεπώς, ο ηθοποιός καλείται να αρθρώσει το λόγο με τη μεγαλύτερη δυνατή αλήθεια και αμεσότητα, χωρίς να υπερτονίσει την ποίηση του κειμένου. Παίζει λοιπόν «αντίθετα» στο κείμενο.

Ο λόγος παραμένει ποιητικός, έτσι ακριβώς όπως είναι γραμμένος, και η ερμηνεία τον φωτίζει από μια άλλη οπτική γωνία, αναδεικνύοντας την βιωματικότητα του λόγου από την μια, και την ανθρώπινη διάσταση από την άλλη, με αποτέλεσμα να προκύπτει ένας σύνθετος και ανάγλυφος συνδυασμός ποίησης και ρεαλισμού. Ο ποιητικός λόγος αναλύθηκε, ώστε να γίνει βιωματικός και προφορικός, αλλά να μην εκφέρεται ποιητικά. Η ποίηση είναι το κείμενο.

Αντίθετα, αν ο ηθοποιός «μιλάει» τη γλώσσα του κειμένου εξαρτώμενος και βυθισμένος μέσα στη λυρικότητα της ποίησης, τότε το πιθανότερο είναι να επέλθει εκφραστικός πλεονασμός, κάτι που αποφεύχθηκε μέσω της δράσης των ηθοποιών. 

Προτεραιότητα αποτέλεσε να κατανοηθεί από τους ηθοποιούς πλήρως το κείμενο και να βρεθούν οι συνθήκες – αιτίες, που ωθούν τα πρόσωπα να εκφράζονται με ένα συγκεκριμένο τρόπο.

Ένα ποιητικό κείμενο πάντα απαιτεί βαθύτερη μελέτη για να κατανοηθούν πρώτα οι έννοιες που απασχολούν τον ποιητή και μετά να βρεθεί το κίνητρο που σκηνικά θα ενεργοποιήσει τον ήρωα να εκφραστεί, σαν η ποίηση να είναι ο «μοναδικός» φυσικός του τρόπος.


Πώς είναι μέχρι ώρας η ανταπόκριση του κόσμου, σε ένα έργο που δεν είναι τόσο εύκολο για το κοινό; 

Μέχρι στιγμής τα σχόλια των θεατών είναι πολύ θετικά τόσο για το έργο και τις ερμηνείες, όσο και για την όλη αισθητική της παράστασης. Πιστεύω ότι η παράσταση Αγαμέμνων κατάφερε να μιλήσει με τους θεατές, να επικοινωνήσει μαζί τους και να συνεπάρει το κοινό με μια ευκολία.

Είμαι ιδιαιτέρως ικανοποιημένη και χαρούμενη γιατί σαν παράσταση δεν απευθύνεται σε έναν θεατή που είναι συνηθισμένος μόνο σε αμιγώς διασκεδαστικά θεάματα, αλλά σε ένα κοινό που σε γενικό πλαίσιο θέλει και μπορεί να κατανοήσει το ποιητικό κείμενο, τις δράσεις του και τα νοήματά του.

Σίγουρα υπήρξε μερίδα θεατών που δυσκολεύτηκε, όμως όλοι παρακολούθησαν άλλοτε με προβληματισμό, άλλοτε με συγκίνηση και κάποιες στιγμές με γέλιο, σύμφωνα με σχόλια που πήραμε στο τέλος κάθε παράστασης. 

Πώς είναι η συνεργασία σου με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και πώς βλέπεις τα θεατρικά πράγματα στην Πάτρα; 

Με το ΔΗΠΕΘΕ συνεργάστηκα φέτος με το αφιέρωμα που έγινε για τα 200 χρόνια από την Εθνεγερσία, το οποίο βιντεοσκοπήθηκε και αναρτήθηκε για περιορισμένο χρόνο στο youtube, έπαιξε σε τοπικά κανάλια, αλλά και μέσω της σελίδας του ΔΗΠΕΘΕ.

Ήταν 6 ενότητες – θεατρικά αναλόγια πάνω σε ιστορικά ντοκουμέντα που φώτιζαν την επανάσταση  από την περίοδο της σκλαβιάς μέχρι τον αγώνα, τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους και την περίοδο που οι αποφάσεις της ίδρυσής του επηρεάζουν την πορεία του.

Λεγόταν «Γραφές της Επανάστασης» και περιείχε κείμενα από το Θούριο, απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, του Μακρυγιάννη, τον Πατρινό λαϊκό επαναστάτη Καρατζά, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σολωμού, Ο Φωτεινός του Βλαωρίτη κ.α. Σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Γεωργαλά και τηλεσκηνοθεσία του Παναγ. Φαφούτη. Επίσης τον Οκτώβρη συνεχίστηκαν οι παραστάσεις στο θέατρο Απόλλων «Ο Γυρισμός του Ξενιτεμένου» σε σκηνοθεσία του Ιωάννη Κοψίνη.

Μια παράσταση που είχε ξεκινήσει το καλοκαίρι του 2020 και αποτελούσε κομμάτι των Παραλογών που παρουσιάστηκαν και διακόπηκαν το χειμώνα λόγω της περιρρέουσας κατάστασης. Και από τις δυο αυτές συνεργασίες είμαι πολύ ευχαριστημένη και αισιόδοξη για τα δρώμενα που γίνονται στην πόλη μου.

Όμορφες δουλειές με αξιόλογους συνεργάτες, με ωραία κοινή αισθητική που δίνουν την εντύπωση του θετικού αισθήματος για ότι προκύψει μελλοντικά. Όρεξη, μεράκι και πολλή αγάπη για αυτό που λέγεται θέατρο και όλοι θα βλέπουμε όμορφες δουλειές που έχουν κάτι να πουν.   


Μεγάλωσες στην Πάτρα. Τι ήταν αυτό που σε οδήγησε στο να πάρεις την απόφαση να γίνεις ηθοποιός; Τι σε έσπρωξε προς τα εκεί;

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Πάτρα και έχω καταγωγή από το Ηράκλειο Κρήτης. Έτσι σαν παιδί πέρασα τους χειμώνες μου στην γη των Αχαιών, ενώ τα καλοκαίρια μου είχαν άρωμα Κρήτης. Παίρνοντας ερεθίσματα και από τις δυο πόλεις αλλά και από την οικογένεια, κυλούν τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια.

Η μαμά μου ήταν αυτή που λάτρευε πρώτα το θέατρο και πίστευε στην δύναμή του σαν κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός.  Μου εμφύσησε την μαγεία και τη δύναμη που αποκτούν οι άνθρωποι στο θέατρο μέσω της επαφής και της επικοινωνίας όχι μόνο σε αυτούς που δρουν στην σκηνή, αλλά και στους θεατές. Έτσι λοιπόν

ξεκίνησα να βλέπω πολλές παραστάσεις από μικρή, να παρατηρώ τον κόσμο που παίζει, τον κόσμο που πηγαίνει και να ηλεκτρίζομαι από αυτή την αλληλεπίδραση κοινού και ηθοποιών. Έτσι, από πολύ μικρή δήλωσα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, κάτι που δεν άλλαξε στην πορεία παρ’ όλο που τελειώνοντας το σχολείο σπούδασα Χρηματοοικονομική και Ελεγκτική. Πήρα πτυχίο και δούλεψα πάνω σε αυτό το αντικείμενο, χωρίς βέβαια να ξεχάσω και να αφήσω την μεγάλη μου αγάπη. Στην Καλαμάτα λοιπόν που έμεινα λόγω σπουδών, ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το θέατρο καθώς τότε το 2003 ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής ο Κακλέας και είχε φτιαχτεί μια ομάδα από φοιτητές που τους ενδιέφερε το θέατρο.

Την ομάδα αυτή, την χρονιά 2003-2004, ανέλαβε ο Λεωνίδας Κακούρης και έτσι έπαιξα την πρώτη μου παράσταση στο ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας με το έργο, Η Πυτίνη του Κρατίνου όπου είχα και τον ομώνυμο ρόλο. Είναι η πρώτη μου εμπειρία και την αναπολώ πολλές φορές μέχρι σήμερα, όχι μόνο γιατί ήταν η πρώτη μου φορά πάνω στην σκηνή , αλλά γιατί βίωσα τόσο δυνατά συναισθήματα και γνώρισα αξιόλογους ανθρώπους που κρατώ ακόμα στη ζωή μου.

Ο Λεωνίδας αγκάλιασε όλα τα παιδιά, μοίρασε πολλή αγάπη, μας αντιμετώπισε με σεβασμό, επαγγελματισμό και τρυφερότητα. Ότι καλύτερο για ένα παιδί που πρωτομπαίνει σε αυτό τον χώρο. Έτσι έχω ένα όμορφο ξεκίνημα καθώς είχε και μεγάλη επιτυχία με υπέροχα σχόλια τόσο για την παράσταση, όσο και για εμένα προσωπικά. 

Η πορεία αυτή συνεχίστηκε για τα επόμενα χρόνια με την πειραματική σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, όπου ήμουν ενεργή μέχρι και το 2007. Το 2010-2011 έκανα μια χρονιά στην Πάτρα με τον Περικλή Βασιλόπουλο όπου ανεβάσαμε τον Οδυσσεβάχ και μετά έφυγα για Αθήνα όπου ζω μέχρι σήμερα. 


Τι ετοιμάζεις για τη συνέχεια μετά από τον Αγαμέμνονα και που θα σε δούμε; 

Δεν υπάρχει κάτι σίγουρο για να ανακοινώσω. Το μόνο που μπορώ να πω είναι πως αυτό το Παρασκευοσαββατοκύριακο είναι το τελευταίο για την παράσταση Αγαμέμνων στο Λιθογραφείον της Πάτρας και πως μετά θα ακολουθήσουν παραστάσεις στην Αθήνα και σε επιλεγμένες πόλεις της Ελλάδας. Οπότε 14, 15 και 16/1 στις 21:15 όποιος δεν μας έχει δει ακόμα και θέλει μπορεί να έρθει, εξασφαλίζοντας το εισιτήριό του μέσω ticketsservice.gr ή με τηλεφωνική κράτηση στο θέατρο.

Πέρα από το θέατρο, η τηλεόραση σε ενδιαφέρει; Πώς την κρίνεις και σε ποια δουλειά θα ήθελες να συμμετάσχεις;

 Η τηλεόραση σίγουρα είναι το μέσο που σε κάνει γνωστή στο ευρύ κοινό και σου εξασφαλίζει κατά κάποιο τρόπο το να μπορείς να βιοπορίζεσαι μέσα από την ηθοποιία. Επίσης σου δίνει μια άλλη διαπραγματευτική ικανότητα όσον αφορά μελλοντικές θεατρικές δουλειές.

Για όλους τους παραπάνω λόγους σε καμία περίπτωση δεν θα ήμουν αρνητική σε μια επικείμενη πρόταση, αρκεί να μου άρεσε αισθητικά και να μου ταίριαζε.

Υπάρχουν αξιόλογες δουλειές που σίγουρα θα ήθελα να είμαι μέρος τους και ειδικά τα δυο τελευταία χρόνια που λόγω της κατάστασης στραφήκαμε όλοι πιο πολύ στην τηλεόραση, είδαμε δουλειές που τις αγκάλιασε πολύ το κοινό με αποτέλεσμα να υπάρχει υλικό και διάθεση που ανεβάζει συνεχώς τον πήχη.

Όμως ξέρω ότι η μεγάλη που αγάπη θα παραμείνει το θέατρο και εύχομαι να μπορέσω να κάνω όλους τους ρόλους και τα έργα που έχω ονειρευτεί.


Μίνι Βιογραφικό

Σπούδασα Χρηματοοικονομική και Ελεγκτική στο ΤΕΙ Καλαμάτας, ενώ παράλληλα ξεκίνησα να ασχολούμαι με το θέατρο κάνοντας τα πρώτα μου βήματα στο ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας. Στην Αθήνα τελείωσα το NEW YORK ACTING STUDIO και από το 2013 εργάζομαι επαγγελματικά σε διάφορα θέατρα της Αθήνας και της επαρχίας.

 Το 2018 έδωσα κατατακτήριες στο Πανεπ/μιο Ναυπλίου στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών απ’ όπου και αποφοίτησα το 2021. Είμαι μαθήτρια του Ryszard Nieoczym από το 2014, ενώ το 2016 ταξίδεψα με την ομάδα του στο Agen της Γαλλίας όπου συνεργάστηκα με ηθοποιούς απ’ όλο τον κόσμο.

Έχω παρακολουθήσει σεμινάρια με τον Γιάννη Κακλέα, Θωμά Μοσχόπουλο, Ρέινα Εσκενάζυ, Περικλή Βασιλόπουλο, έχω κάνει μαθήματα χορού σύγχρονου, λάτιν και τάνγκο, όπως και ιδιαίτερα μαθήματα φωνητικής με τη Σοφία Βόσσου.

Οι τελευταίες μου δουλείες στο θέατρο είναι Αγαμέμνων του Ρίτσου (2021) σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γεωργαλά, Ο γυρισμός του Ξενιτεμένου (2020) σε σκηνοθεσία Γιάννη Κοψίνη, Ο ΑΓΩΝας τους – οι Κούκλοι (2019) σε σκηνοθεσία Φίλιππου Ζαρφειάδη όπως και Το Αγκάθι της Ακακίας (2018 – 2019) σε σκηνοθεσία του ίδιου που έλαβαν χώρα στο θέατρο Άβατον.

Πρόκειται για δυο δουλείες βασισμένες σε αληθινές μαρτυρίες και γεγονότα (documentary theater) που διαπραγματευόντουσαν το θέμα των ομοφυλόφιλων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χίτλερ και την πρακτική της κλειτοριδεκτομής αντίστοιχα.