Μην Κοιτάτε Πάνω

πάνω κοιτούν μόνο οι άνθρωποι

Ένας καθηγητής Αστρονομίας και η μεταπτυχιακή φοιτήτριά του κάνουν μια τρομακτική ανακάλυψη,  ένας τεράστιος κομήτης στο μέγεθος του Έβερεστ κατευθύνεται με «αποφασιστικότητα» κατά της Γης  και  έξι μήνες, λίγες ώρες και κάτι λεπτά, θα συγκρουστεί μαζί της, προκαλώντας ολοκληρωτική καταστροφή, αφανίζοντας την ανθρωπότητα. Οι δυο επιστήμονες, ως συνετοί και ορθολογιστές  άνθρωποι   προσπαθούν να προειδοποιήσουν τον κόσμο και να δουν τι μπορούν να κάνουν στο χρονικό διάστημα που απομένει, αλλά πέφτουν πάνω σε ογκόλιθους ανευθυνότητας, άγνοιας, κυνισμού, φιλοτομαρισμού και βέβαια λαϊκισμού. Η θηλυκή εκδοχή του Τραμπ στην προεδρία της χώρας η Τζάνι Ορλίν, λίγα καταλαβαίνει κι ακόμα λιγότερα είναι σε θέση να κάνει, οι μεγιστάνες του πλούτου οι οποίοι θα έπρεπε να βάλουν το χέρι βαθιά στην τσέπη για να χρηματοδοτήσουν την προσπάθεια – αποστολή αποτροπής του μοιραίου, κοιτάζουν μήπως κι από αυτή τη συμφορά έχουν κάτι να κερδίσουν και τα ΜΜΕ τα οποία θα πρέπει να προετοιμάσουν και να ενημερώσουν τον κόσμο για αυτά που επίκεινται, βρίσκουν υλικό για να γεμίσουν την πρωινή, μεσημβρινή και τη σκοτεινή ζώνη τους, με δωρεάν εύκολο, «πιασάρικο» και χορταστικό πρόγραμμα. Έτσι ενώ ο Ουρανός ετοιμάζεται να πέσει στο κεφάλι τους, στο μικρό Γαλατικό χωριό της αναισθησίας, της προχειρότητας, του λαϊκισμού και της συνωμοσιολογίας αντί να κοιτούν πάνω κοιτούν ομφαλοσκοπούμενοι κάτω, χαμένοι στα κινητά τους.

Πλειάδα αστέρων συμμετέχει στη νέα ταινία του Άνταμ Μακ Κέι (“Το Μεγάλο Σορτάρισμα”, “Vice: Ο Δεύτερος στην Ιεραρχία”) οι Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Τζένιφερ Λόρενς, Κέιτ Μπλάνσετ, Μέριλ Στριπ, Τζόνα Χιλ, Τιμοτέ Σαλαμέ, Χιμές Πατέλ, Μαρκ Ράιλανς, Τάιλερ Πέρι, Αριάνα Γκράντε, Μάθιου Πέρι, Κρις Έβανς.

Ο Άνταμ Μακ Κέι λέει για τις πρώτες του σκέψεις: “Ορκίζομαι σε όλα τα ιερά βιβλία του πλανήτη Γη, ότι την ταινία την έγραψα πριν την πανδημία, και ήταν μια από τις πιο περίεργες εμπειρίες που είχα ποτέ. Το πιο παράξενο πράγμα γι’ αυτή την ταινία ήταν το να τη γράφω, να κάνω κάστινγκ και μετά να βλέπω όλα τα στοιχεία να βγαίνουν, και τότε αναρωτιόμουν: πραγματικά την κάνεις αυτή την ταινία;”.

Ο Μακ Κέι λέει για τον ρόλο της προέδρου και τη  Μέριλ Στριπ “Όταν μίλησα για πρώτη φορά με τη Μέριλ, απλά είπα ‘Βάλε όλα αυτά σε μια κατσαρόλα με μερικά ψιλοκομμένα κρεμμύδια και λίγο ελαιόλαδο και ανακάτεψε τα για περίπου έξι, εφτά ώρες, και απλά σιγουρέψου να μην παραβράσει”, πρόσθεσε. “Η Μέριλ επέστρεψε με περίπου εφτά τέλειες ιδέες- η αγαπημένη μου ήταν να έχει μαλλιά 25χρονου. Όταν μου το είπε της απάντησα, ‘Αυτό ακούγεται τρελό!’, αλλά σκέφτηκα ‘Θα την εμπιστευτώ’, και όταν φόρεσε τελικά την περούκα είπα, ‘Ναι, αυτό είναι τέλειο’.”

Ο Ανταμ Μακ Κέι επιστρέφει με μία ακόμα  σάτιρα της κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής, τηλεοπτικής μας εξαθλίωσης. Στο διάβα του δεν αφήνει τίποτα όρθιο, ούτε την εφαρμοσμένη παλαβή πολιτική και τους ανεξέλεγκτους,  ψεκασμένους, λαϊκιστές κι ανίκανους πολιτικούς,  ούτε τους  «ανοιχτόμυαλους», αλλά σφιχτοχέρηδες δισεκατομμυριούχους, που είναι ικανοί να βγάλουν χρήματα και από τη μεγαλύτερη συμφορά, ούτε τη σαχλή δημοσιογραφία που κυνηγώντας την  τηλεθέαση ποδοπατά κάθε έννοια εγκυρότητας, αξιοπιστίας και σεβασμού της αλήθειας. Τέλος δεν αφήνει ο σκηνοθέτης στο απυρόβλητο ούτε τους πολίτες, το ίδιο του το κοινό, που είναι έτοιμοι να συνταχθούν  πίσω από τον κάθε αγύρτη, τυχοδιώκτη πολιτικό, να δημιουργήσουν αθεράπευτες εχθροπάθειες, να συγκρουστούν με τους συνανθρώπους τους, να φτάσουν τα πράγματα μέχρι τα άκρα, αντί να συνταχθούν όλοι γύρω από ένα σχέδιο, την κατανόηση, την ενσυναίσθηση, την κοινή λογική,  τον ορθό λόγο, την επιστήμη και τη γνώση.    

Ο Μακ Κέι στήνει μια δηλητηριώδη πυκνή σάτιρα, έτσι ενώ είμαστε πάνω σε  σύννεφα μεταλλικής και αστραφτερής απόλαυσης και γλεντάμε τα χτυπήματα που δέχεται ό,τι είναι σαθρό, απάνθρωπο και υποκριτικό στον κόσμο μας και ενώ ευχαριστιόμαστε μια δυνατή κωμωδία με το αιχμηρό χιούμορ, την ανατρεπτική πέρα για πέρα διάθεση και νιώθουμε ότι τα τακτοποιημένα πράγματα γύρω μας δεν μπορεί να τα σώσει κανένας  «από μηχανής Θεός» δεν γίνεται  να τα γλιτώσει καμιά ξαφνική  «άφιξη του Ιππικού» και  κανένα  «χέρι του Θεού» δεν μπορεί να μεσολαβήσει μεταξύ αυτής της λυσσασμένης κωμωδίας και της πραγματικότητας, ο ΜακΚέι σαλπίζει υποχώρηση και μας αφήνει μόνους, απορημένους, σαλταρισμένους και λίγο προδομένους. Μπορεί ένας δημιουργός να ξεκινά να ταρακουνήσει με το έργο του και το αμόλυντο γέλιο τα πράγματα γύρω και μέχρι να τελειώσει το έργο του να έχει γίνει και ο ίδιος μέρος αυτών που θαρραλέα καγχάζει, εύστοχα αποδοκιμάζει, και  ανελέητα σαρκάζει; Το γλυκερό, διδακτικό, μελοδραματικό, χριστιανικό φινάλε μας απαντά, ναι γίνεται. Εκεί είναι που μαζεύουμε τα μπογαλάκια μας και φεύγουμε προς την έξοδο της αίθουσας σχεδόν μετανιωμένοι για το ξεκαρδιστικό γέλιο του πρώτου μέρους  και το ευφρόσυνο δίωρο που περάσαμε.