Το 1893 ο Γουίκομπ Τζάντσον πήρε άδεια ευρεσιτεχνίας για ένα μηχανισμό με κρίκους και άγκιστρα, που το ονονόμασε «κοπιτσοθηλυκωτήρι».

Ο Τζάντσον παρουσίασε την εφεύρεσή του στην Παγκόσμια Έκθεση του Σικάγο, αλλά η υφήλιος αδιαφόρησε.

Τα ταχυδρομεία τού παρήγγειλαν φερμουάρ για είκοσι σάκους αλληλογραφίας, αλλά η λειτουργία τους ήταν τόσο προβληματική, ώστε η παραγγελία δεν επαναλήφθηκε ποτέ.

Το 1913 ο μηχανικός Γκίντεον Σάνμπακ επινόησε μια βελτιωμένη εκδοχή. Την ονόμασε «γάντζωμα χωρίς γάντζο», επειδή αντί να χρησιμοποιεί κρίκους και άγκιστρα, χρησιμοποιούσε μικρά δοντάκια που κούμπωναν σαν τα σύγχρονα φερμουάρ.

Το φερμουάρ άρχισε να εμφανίζεται σε ζώνες μεταφοράς χρημάτων, καπνοσακούλες και μπότες, αλλά το αντιμετώπιζαν περισσότερο σαν σύγχρονη καινοτομία παρά σαν αναγκαιότητα.

Οι σχεδιαστές ρούχων δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό, αλλά αποδείχτηκε χρήσιμη προσθήκη στα παπούτσια.

Το 1923 η Goodyear έβγαλε στην αγορά μια νέα γραμμή με μποτάκια που έκλειναν με φερμουάρ και τις ονόμασε μπότες Ζίπερ, από τον ήχο που έκανε το φερμουάρ όταν κλείνει.

Έτσι προέκυψε η ονομασία ζίπερ για τα φερμουάρ στα αγγλικά, σύμφωνα με τη «Μηχανή του Χρόνου».

Τα πράγματα άλλαξαν τη δεκαετία του 1930, με τη χρήση των πρώτων φερμουάρ σε παιδικά ρούχα.

Η μεγάλη αλλαγή όμως έγινε το 1937. Οι επιθετικές τακτικές πωλήσεων άρχισαν να αποδίδουν στον ιματισμό. Διαφημίσεις στο Esquire ανακύρυξαν το φερμουάρ ως «τη νέα έμπνευση στην αντρική ραπτική». Οι Γάλλοι σχεδιαστές υιοθέτησαν τα φερμουάρ για τα στενά γυναικεία φορέματα και οι πωλήσεις εκτοξεύτηκαν.

Η Έλσα Σκιαπαρέλι, που δημιούργησε τον όρο «σκανδαλώδες ροζ», ήταν η πρώτη σχεδιάστρια μόδας από το Παρίσι που χρησιμοποίησε το φερμουάρ για τα γυναικεία ρούχα της.

Στα πρωτοποριακά σχέδιά της τη δεκαετία του 1930, τοποθέτησε φερμουάρ με φωτεινά χρώματα σε βραδινές τουαλέτες.

Τα υπόλοιπα ήταν θέμα χρόνου.