Τα αντισώματα από 38 ασθενείς και επαγγελματίες υγείας του Νοσοκομείου St Thomas που νόσησαν κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος της COVID-19, πριν εμβολιαστούν, διερεύνησε μία νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Microbiology. Όπως έδειξε η έρευνα, παρά την αρχική μείωση των επιπέδων των αντισωμάτων αμέσως μετά τη μόλυνση, οι περισσότεροι άνθρωποι, 18 στους 19 ασθενείς, διατήρησαν ανιχνεύσιμα επίπεδα των αντισωμάτων ακόμα και 10 μήνες από τη στιγμή της νόσησης.

Τα αντισώματα βοηθούν στην αντιμετώπιση της COVID-19 με το να προσκολλώνται στον ιό SARS-CoV-2, αποτρέποντας έτσι τον ιό από το μολύνει τα κύτταρα. Τα αποτελέσματα της εν λόγω έρευνας μας δείχνουν πόσο καιρό μένουν τα αντισώματα στον οργανισμό για να αντιμετωπίσουν μελλοντικές λοιμώξεις, όπως αναφέρει το ygeiamou.

Επιπλέον, οι ερευνητές, υπό την επίβλεψη της Δρ. Katie Doores από το Τμήμα Ανοσίας και Μικροβιολογικών Επιστημών του King’s College του Λονδίνου, εξέτασαν κατά πόσο τα αντισώματα που αναπτύχθηκαν κατά μίας συγκεκριμένης μετάλλαξης του SARS-CoV-2, μπορούν να «απαντήσουν»και σε άλλες. Συγκεκριμένα, ερεύνησαν την αρχική μορφή του SARS-CoV-2 αλλά και τις μεταλλάξεις Αλφα, Βήτα και Δέλτα.

Παρά το γεγονός ότι τα αντισώματα από μία συγκεκριμένη μετάλλαξη του SARS-CoV-2 μπορούν να παρέχουν σημαντική απόκριση στη μόλυνση από τη συγκεκριμένη μετάλλαξη, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα αντισώματα ήταν λίγοτερο αποτελεσματικά έναντι διαφορετικών μεταλλάξεων.

Τα αντισώματα προσκολλώνται στην πρωτεϊνη ακίδα του SARS-CoV-2 και τα εμβόλια μιμούνται αυτή την πρωτεϊνη για να δημιουργήσουν την ανοσολογική απόκριση έναντι του SARS-CoV-2.

Οι νέες μεταλλάξεις του SARS-CoV-2 (Άλφα, Βήτα, Δέλτα) έχουν δημιουργήσει πολλές ανησυχίες σχετικά το αν τα εμβόλια που αναπτύχθηκαν με στόχο να αντιμετωπίσουν την αρχική μορφή του SARS-CoV-2, μπορούν να είναι αποτελεσματικά και κατά των νέων μεταλλάξεων αλλά και αν νέα εμβόλια θα πρέπει να σχεδιαστούν κατά αυτών.

Η Δρ. Liane Dupont σημείωσε πως «αυτή η έρευνα παρέχει μοναδικές πληροφορίες για την διασταυρούμενη ανοσολογική απόκριση των αντισωμάτων έναντι διαφορετικών μεταλλάξεων του SARS-CoV-2».
Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι υπάρχουν διαφορές στην πρωτείνη ακίδα μεταξύ των μεταλλάξεων Αλφα, Βήτα και Δέλτα. Αυτό σημαίνει πως τα εμβόλια που σχεδιάστηκαν γύρω από μία από αυτές τις μεταλλάξεις, μπορεί να είναι μην είναι το ίδιο αποτελεσματικά στις υπόλοιπες.

Από τα αποτελέσματα της έρευνας, επιπλέον, φαίνεται πως τα μέχρις στιγμής εμβόλια που σχεδιάστηκαν για την αρχική μορφή του SARS-CoV-2 παρέχουν την υψηλότερη προστασία έναντι όλων των μεταλλάξεων και θα πρέπει να χρησιμοποιούνται στα προγράμματα εμβολιασμού.

Η παρούσα έρευνα αποτελεί συνέχεια προηγούμενης, καθοδηγούμενη επίσης από τη Δρ. Katie Doores, η οποία ερεύνησε τις αποκρίσεις αντισωμάτων κατά της COVID-19 μέσα σε τρεις μήνες.

Σύμφωνα με την ίδια, «η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε με τη στενή συνεργασία κλινικών συνεργατών του νοσοκομείου St Thomas, που είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν την αλληλουχία των ιών που μόλυναν τους νοσηλευόμενους ασθενείς».