«Τι θέλει η Ασφάλεια από εμένα;», ήταν τα πρώτα λόγια που είπε η Εφη Κακαράντζουλα, τη στιγμή που αστυνομικοί έφτασαν στο σπίτι της.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στον Alpha, στην εκπομπή «Πρωταγωνιστές», ο Γιάννης Σγουρός, αστυνομικός που συμμετείχε και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιχείρηση σύλληψής της, σημείωσε ότι οι πρώτες σκέψεις του μόλις έφτασε στον τόπο όπου έγινε η επίθεση ήταν να «ασφαλίσει τον χώρο και να μιλήσει με αυτόπτες μάρτυρες», εξηγώντας βήμα-βήμα πώς οδηγήθηκαν στην εξιχνίαση της υπόθεσης, αξιοποιώντας το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας και τα λάθη που έκανε η δράστις.

«Εννοούσε ότι δεν είχε καμία σχέση, καμία τριβή με την Αστυνομία και την Ασφάλεια. Ημασταν πλέον σίγουροι ότι ήταν η δράστις της επίθεσης» είπε, επισημαίνοντας ότι τα πειστήρια που βρήκαν στο σπίτι της ήταν σημαντικά, καθώς εντοπίστηκαν η περούκα, η καπαρντίνα και η τηλεκάρτα με την οποία έκανε την κλήση στο ταξί. «Σχεδίασε μία επίθεση, την πραγματοποίησε, θεώρησε ότι πέτυχε και τα κράτησε. Ηταν τα τρόπαιά της, ήθελε να τα βλέπει», τόνισε.

Πώς έφτασαν στα ίχνη της Εφης Κακαράντζουλα

Αναφερόμενος στο πώς έφτασαν στα ίχνη της Εφης Κακαράντζουλα, είπε ότι όλα ξεκίνησαν όταν δέχθηκε κλήση, που τον πληροφόρησε πως «στην οδό Θησέως έχει γίνει μια επίθεση σε βάρος μιας γυναίκας με καυστικό υγρό», προσθέτοντας ότι στα 15 χρόνια υπηρεσίας του, αυτό ήταν κάτι που άκουσε πρώτη φορά. Αρχικά, δεν υπήρχε σαφής εικόνα και στράφηκαν στις κάμερες που βρίσκονταν κοντά στο σημείο, για να βρουν «οτιδήποτε αξιοποιήσιμο».

Στη συνέχεια, οι Αρχές αναζητούσαν στο περιβάλλον του θύματος ποιος θα μπορούσε να έχει «κίνητρο», ενώ είχαν συλλέξει καυστικό υγρό από το σημείο και είχαν μαρτυρίες όσων βρίσκονταν εκεί. Παρότι επιβαρυντικός παράγοντας για τις έρευνες ήταν η πανδημία, αφού «όλοι φορούσαμε μάσκες και γάντια και δεν μπορούσαμε να πάρουμε καθαρά χαρακτηριστικά», στοχοποίησαν αμέσως τη δράστιδα, καθώς «φορούσε καπαρντίνα με 30 βαθμούς».