Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, λίγες μόνο ώρες μετά από την επίδοση του τελεσιγράφου στον έλληνα πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά από τον πρεσβευτή της Ιταλίας στην Ελλάδα Εμμανουέλε Γκράτσι με το οποίο η Ιταλία κήρυττε -κατ’ ουσίαν- τον πόλεμο στην Ελλάδα, η Πάτρα υπήρξε η πρώτη ελληνική πόλη που υπέστη τις συνέπειες της άρνησης του ελληνικού λαού -διά στόματος Μεταξά- να επιτρέψει στην Ιταλία «να καταλάβη διά των ενόπλων αυτής δυνάμεων, διά την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους».


Εν Πάτραις 28η Οκτωβρίου 1940

Συγκεκριμένα η αχαϊκή πρωτεύουσα δέχθηκε την ημέρα εκείνη δύο αεροπορικές επιθέσεις. Η πρώτη έλαβε χώρα μεταξύ 9.20-9.45 π.μ., ενώ η δεύτερη σημειώθηκε λίγο αργότερα (12.00 μ.μ.).

Η πρώτη βόμβα, που εξερράγη στην περιοχή μεταξύ της Αγγλικανικής Εκκλησίας και των Μύλων Αγ. Γεωργίου, προκάλεσε πανικό τους Πατρινούς, αναγκάζοντας πολλούς εξ αυτών να εγκαταλείψουν την πόλη.

Στη δεύτερη αεροπορική επίθεση βομβαρδίστηκε ανηλεώς η Τριών Ναυάρχων, προκαλώντας αρκετά θύματα στον άμαχο πληθυσμό. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες οι Ιταλοί πιλότοι βομβάρδισαν εκείνο το σημείο της πόλης, επειδή εξέλαβαν τα δένδρα της Τριών Ναυάρχων ως ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Τους δε βομβαρδισμούς διενήργησε το 277 σμήνος, που ανήκε στην ομάδα 116 των «Πελαργών» υπό τη διοίκηση του σμήναρχου Κάρλο Ρίνα. Επρόκειτο για ιταλικά βομβαρδιστικά τύπου FIAT BR.20 CICOGNIA τα οποία έφεραν ελληνικά διακριτικά, με σκοπό να παραπλανήσουν την ελληνική αεράμυνα. Οι βομβαρδισμοί στην Πάτρα συνεχίστηκαν και τις επόμενες εβδομάδες.

Με βάση σχετικό δημοσίευμα της εποχής η ιταλική αεροπορία ενήργησε στις 9.20 το πρωί σκληρή επιδρομή εναντίον της Πάτρας. Τα εχθρικά αεροπλάνα έριχναν τις βόμβες τους από ύψος 200 μέτρων εναντίον του συγκεντρωμένου στους δρόμους και στις πλατείες πλήθους.

Τα δε θύματα του βομβαρδισμού έφτασαν τους 50 περίπου νεκρούς και 100 τραυματίες. Ο μεγάλος αριθμός θυμάτων οφειλόταν στο ότι πίστεψαν οι Πατρινοί πως επρόκειτο για ελληνικά αεροπλάνα ή για στρατιωτικά γυμνάσια.

Επίσης «εφονεύθη εις αστυνομικός και ετραυματίσθησαν 3. Ζημίαι εις κτίρια ελάχισται» (Η Καθημερινή 29.10.1940). Δυστυχώς τα θύματα από τους «άνανδρους βομβαρδισμούς κατά αμάχου πληθυσμού» υπήρξαν πολύ περισσότερα από ό,τι αρχικά είχε εκτιμηθεί, αφού σύμφωνα με μεταπολεμικό άρθρο στην τοπική εφημερίδα Η Σημερινή οι νεκροί ανήλθαν σε 194, εκ των οποίων οι 131 ήσαν άνδρες, οι 32 γυναίκες και οι 31 ανήλικοι (28.10.1945).

Όσον αφορά τις αεροπορικές επιδρομές, αυτές είχαν ως απώτερο σκοπό να πλήξουν τις λιμενικές εγκαταστάσεις που υπήρχαν στην πόλη, προκειμένου να εμποδίσουν τις μεταφορές στρατευμάτων και πολεμικού υλικού -μέσω Αιτωλοακαρνανίας- προς την Ήπειρο. Επιπρόσθετα βόμβες έπληξαν κτήρια στις οδούς Γούναρη, Αγίου Ανδρέα, Ρήγα Φεραίου κ.λπ., καθώς και στη συνοικία του Αγίου Διονυσίου, όπου διέμεναν αρκετοί Ιταλοί.

Ο υπερβολικός αριθμός των θυμάτων οφειλόταν στο ότι οι άμαχοι παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια των βομβαρδισμών σε ακάλυπτους χώρους και δεν τήρησαν τα στοιχειώδη μέτρα αυτοπροστασίας, όπως να καταφύγουν σε υπόγειους χώρους και καταφύγια.

Κείμενo: Νικόλαος Τόμπρος Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας ΣΣΕ.

Montaz – Ηχοληψία: Vlad tataroi - Φωτογραφικό Υλικό: PATRAS PHOTOS ΟLD SPECIAL

Πηγή: hotshot.gr