«Κανείς δεν ενδιαφέρεται πλέον για τέτοια πράγματα», λέει ο ιμπρεσάριος, ντυμένος με καπέλο και χοντρό παλτό, σε ένα μονόλογο της θεατρικής προσαρμογής - από τον Τσέζαρις Γκραουζίνις - του διηγήματος «Ο καλλιτέχνης της πείνας (Hunger Artist)» του Φραντς Κάφκα. Φυσικά, μιλάει για την τέχνη της «πείνας», αλλά θα μπορούσε να αναφέρεται επίσης στην τέχνη του θεάτρου στο σύνολό της, αν αναλογιστεί κανείς τα πεπραγμένα των τελευταίων δύο ετών.

Υπήρξε μια εποχή που το κοινό πλήρωνε για να δει την τέχνη της «πείνας» - μια μορφή τέχνης που κράτησε για αιώνες και συνεχιζόταν την περίοδο πουο Φραντς Κάφκα έγραψετο έργο, το 1922 - ένα από τα τελευταία του διηγήματα. Ο καλλιτέχνης νήστευε σε δημόσια θέα προς τέρψη του κοινού για σαράντα ημέρες, υπό τα άγρυπνα μάτια των φυλάκων του, που έλεγχαν ώστε να μην τραφεί. Το σαρανταήμερο είχε καθιερωθεί όχι για θρησκευτικούς λόγους, αλλά γιατί, όπως είχε αποδειχθεί – σύμφωνα με το έργο του Κάφκα – τόσο κράταγε το ενδιαφέρον του κοινού.

Ο Γκραουζίνις μένει πιστός στο πνεύμα της ιστορίας του Κάφκα για έναν άνθρωπο που πέθανε από την πείνα χωρίς να τον προσέξει κανείς, πόσο μάλλον να νοιαστεί. Η παράστασή του σκόπιμα εναλλάσσει το ύφος κατά τη διάρκειά της. Το αρχικά ανάλαφρο και σατιρικό κλίμα σιγά-σιγά βυθίζεται σε μια ζοφερή, σκοτεινή και αλλοτριωμένη ατμόσφαιρα. Συγχρόνως, ο σκηνοθέτης αποφεύγει να πάρει σαφή θέση για το τι προσπαθούσε να πει ο Κάφκα. Μήπως σατίριζε τις προθέσεις του καλλιτέχνη, βάζοντας τον να λέει «πρέπει να πεινάσω, δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο»; Ήταν μια σοβαρή προσπάθεια ενδοσκόπησης από έναν άνθρωπο που έζησε και δημιούργησε στην αφάνεια (η φήμη του Κάφκα ήταν μόνο μεταθανάτια) και ο οποίος ήξερε ότι πέθαινε από φυματίωση, χωρίς κανένας να βρίσκει ενδιαφέρον αυτό που έκανε σε όλη του τη ζωή; Ίσως μια παραβολή για έναν παραγνωρισμένο καλλιτέχνη σε μια χονδροειδή εποχή, έναν παρεξηγημένο «άγιο» της τέχνης σε ένα ανίερο περιβάλλον; Ο Γκραουζίνις μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

Η παράσταση είναι εξαιρετικά καλoσχεδιασμένη. Ο ψυχρός φωτισμός με τις σκιές υπογραμμίζει την αποξένωση και μοναξιά του ήρωα και συγχρόνως,με την εκθαμβωτική λευκότητα που τον «ντύνει», τον μετατρέπει σε μια μαρτυρική, καθαγιασμένη φιγούρα. Οι κινήσεις επί σκηνής συνδυάζονται άψογα με τον σχεδιασμό του ήχου και η τελική μουσική είναι η κατάλληλη για την λύση του δραματικού μύθου. Τα κοστούμια σηματοδοτούν άψογα τους ρόλους και το στάτους των χαρακτήρων και τα σκηνικά αντικείμενα έχουν μια νότα νοσταλγίας, με τις μεγάλες βαλίτσες, που χρησιμοποιούσαν παλιότερα οι περιοδεύοντες θίασοι, να ξεχωρίζουν.

Ο Φάνης Δίπλας, περιοριζόμενος σε ένα μικρό, αλλά κεντρικό χώρο δράσης, δίνει μια γκροτέσκα και «βασανισμένη» ερμηνεία, ενσαρκώνοντας άψογα το ψυχικό και σωματικό κόστος της προσπάθειας για καλλιτεχνική αρτιότητα. Ο Νικόλας Τσίχλας ερμηνεύει πληθωρικά και ορμητικά τον ιμπρεσάριο, που αφηγείται με γλαφυρό τρόπο την ιστορία του καλλιτέχνη.Η Θεοδώρα Κόρδα κλέβει την παράσταση στο ρόλο του κλόουν-νάνου, με την πολύτιμη βοήθεια του ευρηματικότατου κοστουμιού, ερμηνεύοντας, επίσης, εξαιρετικά την αυστηρή κριτικό του καλλιτέχνη.Ο Αλέξανδρος Κουκιάς με αστείρευτη ενέργεια εναλλάσσεται πειστικότατα σε διαφορετικούς ρόλους, χρησιμοποιώντας άψογα τις εκφράσεις και τις κινήσεις του. 

«Ο καλλιτέχνης της πείνας»

Συντελεστές παράστασης

Κείμενο – Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Κοστούμια – Σκηνικά αντικείμενα: Κέννυ ΜακΛέλλαν
Μουσική: Χάρης Πεγιάζης
Βοηθός σκηνοθέτη & σκηνογράφου: Μαρία Λάτα
Διεύθυνση παραγωγής: Mosaic/Πολιτισμός και Δημιουργικότητα
Παραγωγή: Βιομηχανική

Παίζουν οι ηθοποιοί: Φάνης Δίπλας, Θεοδώρα Κόρδα, Αλέξανδρος Κουκιάς, Νικόλας Τσίχλας.