Το υπουργείο αδιαφορεί για το εάν και πώς θα ανοίξουν δια ζώσης τα Πανεπιστήμια, εάν και πότε θα ξανακλείσουν για να μεταβούμε πάλι στην εξ αποστάσεως διδασκαλία. Αδιαφορεί για την γνώμη των διδασκόντων και του προσωπικού των Πανεπιστημίων που γνωρίζουν από πρώτο χέρι τους υγειονομικούς κινδύνους που συνεπάγονται από τις αποφάσεις της κυβέρνησης, καθώς είναι οι διδάσκοντες που βιώνουν την πραγματική κατάσταση στα Ιδρύματα, με την παντελή έλλειψη προετοιμασίας στις υποδομές (επαρκείς αίθουσες, αμφιθέατρα και εργαστήρια) και στα πρωτόκολλα από υπουργείο και διοικήσεις.

Η μοναδική έγνοια της κυβέρνησης είναι να μη χρεωθεί η ίδια το πολιτικό κόστος της πιθανής εξέλιξης να αυξηθούν τα κρούσματα στα Πανεπιστήμια και να κλείσουν πριν καν ανοίξουν. Αδιαφορεί για τους «εντός» (διδάσκοντες και φοιτητές) που γνωρίζουν βιωματικά την πραγματική κατάσταση στα ΑΕΙ και απευθύνεται κυρίως στους «εκτός» (γονείς και πολίτες) οι οποίοι μαθαίνουν για τα Πανεπιστήμια μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς των ΜΜΕ, που παρουσιάζουν τα ΑΕΙ κατά το δοκούν, ανάλογα με το τι εξυπηρετεί το εκάστοτε αφήγημα της κυβέρνησης.

Το υπουργείο προσπαθεί να πείσει την κοινωνία ότι έκανε το χρέος που του αναλογεί εκδίδοντας μια ΚΥΑ (ΦΕΚ Β΄ 4406/24-09-2021) για την διά ζώσης επαναλειτουργία των ΑΕΙ. Έτσι, η κυβέρνηση πετάει για άλλη μια φορά τον «μουντζούρη» στα Πανεπιστήμια και το απογοητευτικό είναι ότι οι διοικήσεις των ιδρυμάτων φαίνονται πάλι πρόθυμες να σηκώσουν αυτόν τον «μουντζούρη».

Οι διδάσκοντες, οι οποίοι ως πειραματόζωα έκαναν για 18 μήνες μαθήματα εξ αποστάσεως, τώρα υποχρεώνονται να κάνουν δια ζώσης διδασκαλία σε περίοδο πανδημίας Covid-19 χωρίς πραγματικά μέτρα σε αίθουσες «με τη μέγιστη δυνατή πληρότητα» (άρθρο 15 της ΚΥΑ). Αυτό αποτελεί πρόσκληση σε «ανοσία αγέλης» αφού η συγκεκριμένη ΚΥΑ δεν προβλέπει κανένα μέτρο «φυσικής απόστασης», κάτι που προβλέπεται σε όλες τις άλλες οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες.

Ως Τμήμα Παιδείας της Ν.Ε Αχαΐας του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δηλώνουμε ότι είναι επιθυμητή η συντεταγμένη και καλά σχεδιασμένη επιστροφή της εκπαιδευτικής διαδικασίας των ΑΕΙ στην πλέον δοκιμασμένη και αποτελεσματική εκδοχή της, δηλαδή μέσω της δια ζώσης διδασκαλίας. Παράλληλα, διαπιστώνουμε ότι οι αποφάσεις της κυβέρνησης επί του θέματος ελήφθησαν κατά παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου αυτοδιοίκητου των Ιδρυμάτων, με αβάσταχτη ελαφρότητα και στο πλαίσιο επικοινωνιακής διαχείρισης ενός πολύ σοβαρού εκπαιδευτικού θέματος. Χωρίς να υπάρχει ουσιαστική αλλαγή στα επιδημιολογικά δεδομένα σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο, η κυβέρνηση θεωρεί ότι τα ΑΕΙ είναι έτοιμα να περάσουν από το ένα άκρο του «όλα εξ αποστάσεως» στο άλλο άκρο» του «όλα δια ζώσης», επιλέγοντας να αγνοήσει οποιαδήποτε ενδιάμεση εναλλακτική σταδιακής και προσεγμένης μετάβασης από το ένα μοντέλο στο άλλο.

Παράλληλα, πώς γίνεται να θεωρηθεί παιδαγωγικό και δεοντολογικό, χωρίς να έχει προηγηθεί διάλογος με τα συλλογικά όργανα της ακαδημαϊκής κοινότητας (καθηγητές, εργαζόμενους και φοιτητές), να παίρνονται a priori αποφάσεις σε τόνο «αποφασίζομεν κ διατάσσομεν»; Για να μην παραλείπουμε και το κόστος, ψυχολογικό κ οικονομικό, που υφίστανται και οι οικογένειες των φοιτητών, δεδομένης της αβεβαιότητας που δημιουργεί η πανδημία, με το στυλ ακορντεόν που βρήκε ως κατάλληλη λύση ο πρωθυπουργός. Σε μια ασταθή πραγματικότητα, με απρόβλεπτες συνέπειες για την υγεία, την παιδεία και την επιβίωση όλων, τα Πανεπιστήμια καλούνται να πληρώσουν το «μάρμαρο» χωρίς κανένα σοβαρό μέτρο που να εγγυάται την ομαλή και ασφαλή επιστροφή καθηγητών και φοιτητών στα αμφιθέατρα για το τρέχον ακαδημαϊκό έτος και για όσα έτη θα υπάρχει στην ηγεσία του υπουργείου μια σκληρή Θατσερική και αντιπαιδαγωγική υπουργός, πρόθυμη να επιβάλει το νεοφιλελεύθερο και εξουθενωτικό μοντέλο της πιο αυταρχικής κυβέρνησης που γνώρισε μεταπολιτευτικά η χώρα.

Και «ο σώζων εαυτόν σωθείτω». Άραγε για το υπουργείο και τους πρυτάνεις οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι είναι αναλώσιμοι;