Νέα επιστημονικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι ακόμα και σε περίπτωση που η κληρονομικότητα δεν τάσσεται υπέρ μας, ένα υποστηρικτικό φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο του αλκοολισμού, όπως αναφέρει το ygeiamou.

«Tα γονίδια παίζουν βασικό ρόλο στην κατανάλωση αλκοόλ, δεν αποτελούν όμως τον αυτοσκοπό μας» σημειώνει η Δρ Jinni Su, επίκουρη καθηγήτρια στο πολιτειακό πανεπιστήμιο της Αριζόνα στο Τέμπε και επικεφαλής συγγραφέας της νέας μελέτης.

Η ομάδα της Δρ Jinni Su ανέλυσε στοιχεία περισσότερων από 2.800 αντρών και γυναικών ηλικίας 18 ως 65, διερευνώντας πιθανές συσχετίσεις μεταξύ γενετικής σύνθεσης, χαρακτηριστικών προσωπικότητας, κοινωνικής υποστήριξης και κινδύνου του αλκοολισμού. Διαπίστωσαν ότι οι ενήλικες που διέτρεχαν αυξημένο γενετικό κίνδυνο εμφάνισης του αλκοολισμού, είχαν περισσότερες πιθανότητες να είναι εξωστρεφείς χαρακτήρες που αναζητούν την περιπέτεια και την προσοχή.

Όμως, ίσως η πιο εντυπωσιακή διαπίστωση των ερευνητών ήταν ότι, έχοντας αυτή την προσωπικότητα, όταν αυτά τα άτομα διατηρούσαν υγιείς σχέσεις με το φιλικό και οικογενειακό τους περιβάλλον, αυτό λειτουργούσε ως ένα προστατευτικό πλέγμα ενάντια στον αλκοολισμό.

Μια ερμηνεία που δίνει η Jinni Su είναι πως όλα αυτά τα έντονα συναισθήματα που νιώθουν βρίσκουν εκτόνωση στον κοινωνικό τους περίγυρο παρά στο ποτό: «Η οικογένεια και οι φίλοι μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην αντιμετώπιση του αλκοολισμού των αγαπημένων τους προσώπων, για παράδειγμα, παρέχοντας συναισθηματική υποστήριξη ή βοηθώντας στην ενασχόληση με δραστηριότητες που διοχετεύουν την γενετική τους προδιάθεση αλλά με υγιή τρόπο».

Τα αποτελέσματα μιας παλιότερης μελέτης

Παρόλα αυτά, οι ερευνητές σημειώνουν και αποτελέσματα παλιότερης μελέτης για την γενετική του αλκοολισμού που ξεκίνησε το 1991 και αφορούσε σε Αμερικανούς προερχόμενους από την Ευρώπη. Τα αποτελέσματα της υποδεικνύουν ότι η γενετική προδιάθεση είναι μόλις κατά το ήμισυ υπεύθυνη για την εμφάνιση αλκοολικών συμπεριφορών.

Σε αυτή όμως τη μελέτη η μεθοδολογία ήταν διαφορετική, μιας και διερευνήθηκαν και αναλύσεις DNA σε σχέση με τη συμπεριφορά στο αλκοόλ και επανεξετάσεις έπειτα από την αρχική εκτίμηση των συμμετεχόντων. Οι συμμετέχοντες επίσης συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια προσωπικότητας που στόχο είχαν να καθορίσουν πόσο ελκυστικές τους φαίνονταν οι ριψοκίνδυνες καταστάσεις, με μια απλή ερώτηση: Προτιμάτε τα μεγάλα πάρτι ή μικρότερες συγκεντρώσεις με φίλους που προάγουν τη συζήτηση;

Το προβλεπόμενο μάλλον αποτέλεσμα ήταν ότι όσοι έκαναν κατάχρηση του αλκοόλ προτιμούσαν τις έντονες συγκινήσεις και ήταν πιο πιθανό να πίνουν χωρίς μέτρο. Την ίδια στιγμή όμως, τα άτομα με μεγαλύτερο γενετικό ρίσκο προς την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ήταν πιο πιθανό να μην έχουν υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Ειδικότερα, οι ερευνητές τόνισαν την μικρότερη υποστήριξη από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον για όσους έπιναν πολύ.

Το αντίστροφο όμως ήταν επίσης αληθές: Για όσους είχαν γενετική προδιάθεση και ήθελαν να ζουν τη ζωή τους στο έπακρο, η στήριξη από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον λειτουργούσε ως ασπίδα ενάντια στον αλκοολισμό.

Συνολικά, η Δρ Su επισημαίνει πως η σύνθετη αυτή αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνικής υποστήριξης, γενετικής και προσωπικότητας μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη στη μάχη κατά του αλκοολισμού.

Tι απαντούν οι κοινωνικοί επιστήμονες

Ο Μάικλ Πόλαρντ, ανώτερος κοινωνιολόγος της RAND Corporation υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη έρευνα συνδέει την υποστήριξη από το κοντινό περιβάλλον και της γενετικής προδιάθεσης, προσδιορίζοντας όμως τον ρόλο της στη μείωση της αναζήτησης πρωτόγνωρων εμπειριών, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.

Τονίζει όμως, ως περιορισμό της έρευνας, ότι η μελέτη μέτρησε την αντίληψη του ατόμου ως προς την υποστήριξη παρά την πραγματική υποστήριξη. Αυτό σημαίνει ότι τα άτομα που κάνουν κατάχρηση του αλκοόλ μπορεί να έχουν λιγότερη επίγνωση του πραγματικού επιπέδου βοήθειας που θα μπορούσαν να λάβουν από τα μέλη της οικογένειας.