19η Συνέχεια

Οι ταπεινώσεις που υπέστησαν οι τούρκοι στρατηγοί Βρυώνης και Κιουταχής κατά την πρώτην επίθεση στο Μεσολόγγι, δεν κατερράκωσαν μόνον αυτούς αλλά και τον σουλτάνον. Απεμάκρυνεν τον Βρυώνη και όρισε αρχιστράτηγον τον Κιουταχήν για να κυριεύσει το Μεσολόγγι λέγοντάς του.

Ή το Μεσολόγγι ή το κεφάλι σου.
Τον Ιανουάριον του 1825 μετέβη στην Λάρισα και από εκεί στην Αλβανίαν προς στρατολόγηση αλβανών στρατιωτών με αδρόν μισθόν, προκειμένου να αλώσει το Μεσολόγγι. Ήταν μία πόλη που την προστάτευε ισχυρόν επτάγωνον τείχος, σε διάφορα σημεία του υπήρχαν προτειχίσματα όπως του Μπότσαρη, του Κοραή, του Φραγκλίνου, το κανοστάσιον του Βύρωνα. Συνεχώς δε επεσκευάζετο, ενισχύετο και επεκτείνετο. Στις 25 Απριλίου απεκλείσθη ασφυκτικώς και σε μακρύ χώρον, με χιλιάδες στρατιώτες απέναντι σε κάθε προτείχωμα. Έξω δε από την πόλη ήσαν και 3.000 σκάπτες και εργάτες, πολλοί απ’ αυτούς Χριστιανοί!! Αρξαμένης της πολιορκίας οι ΄Ελληνες ήσαν 3.000 μπροστά σε αναρίθμητον εχθρόν. Οι εχθροί χρησιμοποίησαν τους σκάπτες για να ανοίξουν τάφρον κοντά στο πύργωμα του Μπότσαρη. Η τάφρος δεν εσκάφθη κανονικώς και το βράδι Σουλιώτες με Αρχηγόν τον Κίτσον Λέχον επετέθησαν και εφόνευσαν εξι, οι δε λοιποί υπεχώρησαν. Από τις 26 Απριλίου έως την 1ην Μαΐου, οι εχθροί έσκαπταν και έκαναν χωματουργικές εργασίες, ώστε να ανακόψουν επιθέσεις Ελλήνων. Νυχθημερόν εργαζόταν για ανύψωση χωματοφράγματος ή την δημιουργίαν τάφρων. Δυνάμεις τους δε κανονοβολούσαν απαύστως την Πόλη. Ήταν σίγουρον πως ετοιμαζόταν για επίθεση.

Εχθρικός στόλος από την Κρήτην με 4.000 πεζούς, 600 ιππείς και 1.200 σκάπτες τους απεβίβασε στο Νεόκαστρον και απ’ εκεί με 5 πλοία και 8 φρεγάτες έφθασαν στο Μεσολόγγι όπου απεβιβάσθηκαν πρός ενίσχιση των πολιορκητών. Ο ολίγος Ελληνικός στόλος, ανεχώρησε για την Πάτραν, οι δε εχθροί ενίσχυσαν το στρατόπεδόν τους με τροφάς και πυρομαχικά διαφόρων ειδών.

Οι πολιορκούμενοι δεν απογοητεύθηκαν από την εχθρικήν ενίσχυση, αλλά με κάθε τρόπον προσπαθούσαν να τους βλάψουν. Έτσι πυροδότησαν μικρόν υπόνομον και καιροφυλακτούσαν τους εχθρούς που στο άκουσμα της εκρήξεως θα έφευγαν από τα χαρακώματα. Αμέσως τους ετυφέκισαν και εσκότωσαν αρκετούς. Ο Κιουταχής έγινε «τούρκος» για το πάθημα των στρατιωτών του και διέταξε κανονοβολισμόν της Πόλεως από το βράδυ μέχρι το μεσονύκτιον. Παραλλήλως άρχισαν τα μεγάλα χωματουργικά έργα και ύψωναν τεράστια χωμάτινα τείχη για να εμποδίζουν τους Έλληνες, έφτιαχναν δε και κανονοστάσια για να επιτίθενται στους εντός των τειχών. Στόχον όμως μεγάλον είχε ο Κιουταχής τον συμβιβασμόν με την φρουράν και έστειλε πρέσβεις προς διαμεσολάβηση για να πάρει την υπερήφανην απάντηση.

Ο μεταξύ Ελλήνων και τούρκων συμβιβασμός είναι τα όπλα»!
Αφού απέτυχε απεφάσισε την εφόρμηση. Έτσι πυροδότησε υπόνομον και το έδαφος εσείσθη, εξήλθε υποχθόνιος βοή και το προτείχισμα του Μπότσαρη διερράγη! Από την οπήν εισήλθαν οθωμανοί αλαλάζοντες! Η φρουρά του σημείου εκείνου ακλόνητη αντέστη γενναίως και εφόνευσε 200 εχθρούς και ισάριθμους ετραυμάτισε. Εκ των Ελλήνων εφονεύθησαν 5 εξ ων οι τρεις εργάτες που έσκαπταν για να εύρουν τον εχθρικόν υπόνομον και κατεπλακώθησαν! Παρά την φθοράν αυτήν οι τουρκαλβανοί επετέθησαν την επομένην, απεκρούσθησαν και έπαθαν δεινά. Μετά την νέαν αυτήν συμφοράν ο Κιουταχής επεχείρησε συμβιβασμόν με ηπιοτέρους όρους για να λάβει την τολμηρήν απάντηση.

Το Μεσολόγγι ούτε δια συνθήκης απεκτάτο, ούτε κανονοστάσια και πύλαι αναιμωτί κυριεύονται.
Οι οθωμανοί οργίσθησαν ως χλευαζόμενοι και επετέθησαν μετά μανίας εκ νέου στα τείχη των Ελλήνων, οπότε άρχισε μάχη η οποία διήρκεσε 2 ½ ώρας. Πεντακόσια (500) εχθρικά πτώματα έπεσαν στην τάφρον και αλλαχού, απεγνωσμένες δε κραυγές πληγωμένων και αποθνησκόντων συνετάρασαν το εχθρικόν στρατόπεδον!

Στις 21 Ιουλίου έλαβε χώραν τρομερή έκρηξη σε τουρκικόν υπόνομον κάτω από Ελληνικόν φρούριον, συγχρόνως δε τουρκαλβανοί άρχισαν γενικήν επίθεση με 24.000 στρατιώτες και την βοήθειαν του στόλου να πυροβολεί τα παράλια κανονοστάσια. Οι τούρκοι ανέβησαν στους Ελληνικού προμαχώνες, αλλ’ εκτυπήθησαν αγρίως και υποχώρησαν.

Ακολούθησε δεύτερη επίθεση με το ίδιον αποτέλεσμα. Μετά λυσσώδη μάχην ολίγων ωρών οι επιτιθέμενοι αν αγκάσθηκαν σε υποχώρηση, με απώλειαν 1.500 νεκρών και τραυματιών, οι δε Έλληνες είχαν ασήμαντες απώλειες! Την φρουράν του Μεσολογγίου εβασάνιζε η έλλειψη τροφών. Ήταν ο μέγιστος εχθρός. Ο Ελληνικός στόλος εφάνη και άρχισε να αποβιβάζει τροφές, πολεμοφόδια και ζωοτροφές στο Βασιλάδι. Ξαφνικά φάνηκε εχθρικός στόλος σε μεγάλην γραμμήν που έκλεισε το στόμιον του κόλπου! Οι Έλληνες θαλασσόλυκοι δεν φοβήθηκαν και πρόβαλαν σκληρήν αντίσταση. Μετά από μάχην 5 ωρών τους εξεδίωξαν!!!

Στις 25 Ιουλίου είχε προγραμματισθεί να κάμει ο Καραϊσκάκης νυκτερινήν έφοδον. Δυστυχώς τον Καραϊσκάκην και τους οπλαρχηγούς ακολούθησαν μόνον 400 άνδρες. Οι άλλοι εδηλίασαν. Οι τολμηροί αυτοί όρμησαν μέσα στις εχθρικές σκηνές κατ΄ ευθείαν προς τον Κιουταχήν, σφάζοντες και καίγοντες, αλλ’ εμπρός στην σκηνήν του ήλθαν αντιμέτωποι με 2.000 εκλεκτούς σωματοφύλακες και μπρος στον κίνδυνον να κυκλωθούν υπεχώρησαν προς το βουνόν με απώλειες 9 ανδρών. Πέτυχαν να διαλύσουν το εχθρικόν στρατόπεδον, αφήνοντας 2.000 νεκρούς και τραυματίες. Διάβημα υπερτολμηρόν «μπροστά στον θάνατον», που θα απέβαινε ολέθριον για τους εχθρούς αν δεν δειλίαζαν όσοι δεν έλαβαν μέρος.

Παρά τις συμφορές του Κιουταχή και τον κίνδυνον στερήσεως τροφών, από τις επιθέσεις του Καραϊσκάκη στις από ξηράς εφοδιοπομπές, δεν έπαψε να επιμένει στην επίθεση και να εποπτεύει νυχθημερόν τις εργασίες στα χαρακώματα. Οι Έλληνες ήσαν στους προμαχώνες και τα χαρακώματα με κανόνια και τυφέκια. Παραλλήλως έκλεβαν το χώμα που επεσώρευαν οι εχθροί για να καλύψουν την τάφρον, έσκαβαν υπονόμους κάτω από τα πολιορκητικά έργα και τα ανατίναζαν μαζί με πλήθος ανυπόπτων εχθρών. Συντονίζοντας τις ανατινάξεις με τολμηρές εξόδους, έδιναν σκληρές μάχες σώμα με σώμα και όπλον το γιαταγάνι, ισοπεδώνοντας σε ολίγες ώρες, χωμάτινους λόφους, που ημέρες ολόκληρες ύψωναν οι εχθροί. Πολλάκις οι μάχες κατέληγαν σε σφοδρόν πετροπόλεμον. Σημαντικόν ρόλον για την κατασκευήν των τάφρων έπαιξαν οι υπονομοποιοί Παναγιώτης Σωτηρόπουλος και Κώστας Χορμοβίτης ο οποίος λόγω της δεξιότητάς του στα λαγούμια επωνομάσθη Λαγουμιτζής. Ακούραστοι και ακαταπόνητοι ήσαν οι άνδρες της φρουράς. Και πολεμούσαν, και έκαναν χωματουργικές εργασίες, και ζύμωναν και έψηναν το ψωμάκι και μαγείρευαν το ψαράκι τους! Η ομόνοιά τους παροιμιώδης. Τους πληγωμένους τους έπαιρναν αμέσως επ΄ ώμου και τους μετέφεραν εκεί που θα τους έδιδαν τις βοήθειες και συνέχιζαν, όπως αναφέρει ο Κασομούλης, «αμίμητοι δια την καρτερίαν, αμίμητοι δια την αφοβίαν, αμίμητοι δια την κακοπάθειαν και τους πόνους, Από τον πόλεμον στην εργασίαν. Η μεγαλυτέρα αισχύνη ήταν να δακρύσει ή να κλαυσει ή να πει ΑΧ ο πληγωμένος! Ύβριζαν περισσότερον οι πληγωμένοι διότι δεν ήταν εις κατάστασιν να πάρουν το δίκαιόν τους. Αν εφονεύετο κάποιος ακούγετο από όλους,

Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται!!!
Όλοι ζητούσαν να ορμήσουν, να ξεσχίσουν, να απωλέσουν. Όλοι ζητούσαν εξόδους». Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Σπυρ.Τρικούπη).

Αυτοί ήσαν οι ΗΡΩΕΣ που πολεμούσαν χωρίς σταματημόν, αλλά και έκαναν παραλλήλως και πλήθος άλλων εργασιών και παρ΄ όλα αυτά αποδεκάτιζαν τα ατελείωτα εχθρικά τουρκοαλβανικά στίφη. Τους μάστιζε η δυσεντερία, αλλά δεν την υπελόγιζαν. Τον εχθρόν να κυνηγήσουν ήθελαν. Σήμερα εμείς με ελαφράν δυσεντερίαν είμεθα στο σπίτι κλινήρεις με πέντε Ιατρούς και 100 φάρμακα!!! Αύγουστον και Σεπτέμβριον, σ’ αυτήν την κατάσταση βρισκόταν η φρουρά του Μεσολογγίου, μάχες, χωματουργικά, ασθένειες, έλλειψη τροφών. Ο Καραϊσκάκης που για λίγο εισήλθε στην Πόλη και επεσκέφθη την φρουράν έμεινε έκπληκτος, εντυπωσιάστηκε για την μικρήν απόσταση μεταξύ εμπολέμων και θαύμασε τους μαχητές.

Την 1ην Νοεμβρίου κοντά στο Δραγαμέστο, ήλθε σε επίθεση με τουρκαλβανούς, τους νίκησε και οι Έλληνες κατήγαγαν περιφανή νίκην. Σκότωσαν 60 πεζούς και ιππείς, άρπαξαν λάφυρα και 800.000 γρόσια της χρηματαποστολής. Οι Έλληνες είχαν 2 νεκρούς και 2 τραυματίες.

Ο Κιουταχής βρισκόταν σε πλήρη απόγνωση. Ανέμενε βοήθειαν από τον Ιμπραήμ, ο οποίος την 1ην Δεκεμβρίου αφίχθη και έκτοτε άρχισε η δευτέρα φάση της δευτέρας Πολιορκίας του Μεσολογγίου, η οποία κατέληξε στη κυρίευσή του με την Ηρωικήν Έξοδον την 10ην Απριλίου 1826.

Ο Ιμπραήμ με χιλιάδες αιγυπτιώτες στρατιώτες, εξασκημένους στον πόλεμον από Ευρωπαίους, με μεγάλον στόλον και πλήρη επάρκειαν τροφίμων και πολεμοφοδίων, ήλπιζε ότι σε ολίγες ημέρες θα νικήσει «Τον φράκτην» όπως περιφρονητικώς απεκάλεσε το Μεσολόγγι στον Κιουταχήν, κυρίως για να ταπεινώσει αυτόν που 6 μήνες δεν μπορούσε να τον κυριεύσει! Αυτός «το πέτυχε» σε τέσσερις μήνες, αλλά όχι με τις δυνάμεις του. Είχε σκληρόν σύμμαχον την πείναν των πολιορκουμένων. Είχαν στερηθεί τα πάντα και εφοδιασμόν δεν έκανε η ανεύθυνη κυβέρνηση! Έτρωγαν ζώα, άλογα, σκυλιά, γάτες, ποντίκια και ότι εύρισκαν. Η πείνα τους είχε καταβάλλει και δεν μπορούσαν να περιπατήσουν. Έπεφταν στους δρόμους και κανείς δεν είχε την δύναμη να σηκώσει τον άλλον.

Με την ανατίναξη της πυριτοθήκης από τον Γ. Καψάλην, σκοτώθηκαν 2.000, άλλοι 3.000 εσφάγησαν από τους τυράννους και 1000 εζωγρήθησαν.

Γονυκλινές προσκήνυμα του τυράννου

Η Πολιορκία του Μεσολογγίου είναι από τις γενναιότερες πολεμικές πράξεις στην Παγκόσμιαν Ιστορίαν και οι μαχητές της τολμηροί σαν τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα. Τον μοναδικόν ηρωισμόν των, ανεγνώρισε ο εγωιστής Ιμπραήμ, λέγοντας στον Δεριγνύ όταν επέστρεψε στο Νεόκαστρον.

«Βλέπεις πως λειώνει η χιών εκείνη» και έδειξε με το δάκτυλόν του την χιονισμένην ακρώρειαν.(άκρον τιμονιού αμάξης). Κατά τον αυτόν τρόπον θα ελειόμεθα και ημείς όλοι αν είχε η φρουρά του Μεσολογγίου τροφάς τρεις έτι εβδομάδας»!