Οι ευρωβουλευτές ζητούν ζητά η έμφυλη βία εντός και εκτός διαδικτύου να αντιμετωπίζεται ως «ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα με διασυνοριακή διάσταση».

Οι ευρωβουλευτές ενέκριναν, με 427 ψήφους υπέρ, 119 κατά και 140 αποχές, νομοθετική πρωτοβουλία με την οποία ζητείται στοχευμένη νομοθεσία και πολιτικές για την αντιμετώπιση όλων των μορφών βίας και διακρίσεων λόγω φύλου (κατά των γυναικών και των κοριτσιών, αλλά και κατά των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ+), εντός και εκτός διαδικτύου. Καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμπεριλάβει τη βία λόγω φύλου ως νέο τομέα εγκληματικότητας βάσει του άρθρου 83 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ), στην ίδια κατηγορία δηλαδή με άλλα εγκλήματα που πρέπει να καταπολεμηθούν σε κοινή βάση, όπως το εμπόριο ανθρώπων, ναρκωτικών και όπλων, το ηλεκτρονικό έγκλημα και η τρομοκρατία.

Αυτή θα πρέπει να αποτελέσει τη νομική βάση για μια οδηγία της ΕΕ με επίκεντρο τα θύματα, η οποία θα χρησιμοποιεί τα πρότυπα της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης και άλλα διεθνή πρότυπα, και θα πρέπει να περιλαμβάνει ιδίως:

μέτρα πρόληψης, μεταξύ άλλων μέσω προγραμμάτων εκπαίδευσης διατομεακού χαρακτήρα που λαμβάνουν υπόψη τη διάσταση του φύλου

υπηρεσίες υποστήριξης, μέτρα προστασίας και αποκατάστασης για τα θύματα

μέτρα για τον τερματισμό όλων των μορφών έμφυλης βίας, συμπεριλαμβανομένης της βίας κατά των ΛΟΑΤΚΙ+

ελάχιστα πρότυπα για την επιβολή του νόμου

διατάξεις που διασφαλίζουν ότι τα περιστατικά βίας με βάση το φύλο λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των δικαιωμάτων επιμέλειας και επίσκεψης παιδιών

συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, πληροφοριών και εμπειρογνωμοσύνης.

Οι ευρωβουλευτές καταγγέλλουν επίσης τη γυναικοκτονία ως την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών και επισημαίνουν ότι η άρνηση ασφαλούς και νόμιμης φροντίδας για τις αμβλώσεις αποτελεί επίσης μορφή έμφυλης βίας. Επισημαίνουν τις πολυάριθμες δυσμενείς προσωπικές, κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις της βίας λόγω φύλου και επαναλαμβάνουν ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί λόγω της πανδημίας. Αναφέρονται επίσης στην έλλειψη εμπιστοσύνης όσων έχουν βιώσει έμφυλη βία προς τις αρχές επιβολής του νόμου και το δικαστικό σύστημα ως σημαντικό παράγοντα που συμβάλλει στην ελλιπή αναφορά περιστατικών.